Ὅτε ὑπὸ τοῦ Ἀβεσσαλὼμ πολεμούμενος ἔφυγεν ἐν ταῖς ἐρημίαις καὶ ἐν τοῖς ὄρεσι, λιμῷ καὶ ἀνάγκῃ ὡς ἐν διωγμῷ ἐκρατήθη, ἀλλ᾽ ἐν τῇ ἀνάγκῃ τοῦ λιμοῦ ὁ θεὸς αὐτῷ ἀριστοφόρους ἄνδρας ἄφνω, ὡς τῷ Ἠλίᾳ τοὺς κόρακας, ἔπεμψε. Καὶ πρῶτος ὁ Σιβά, ὁ ἐκ τοῦ οἴκου Σαοὺλ τοῦ ἐχθροῦ αὐτοῦ, ἤνεγκεν αὐτῷ ἄρτους διακοσίους καὶ οἶνον καὶ παλάθας καὶ σταφίδας. Εἶτα, μετὰ τοῦτον Βερζελλὶ ὁ Γαλααδίτης καὶ αὐτὸς αὐτῷ προσήνεγκε δέκα κοίτας, ἵνα μὴ χαμευνῇ, καὶ ἀμφιτάπητας, τοὺς λεγομένους νῦν τυλοτάπητας, καὶ οἴνου κεράμια καὶ πυροὺς καὶ κριθὰς καὶ ἄλευρον καὶ κύαμον καὶ φακὸν καὶ μέλι καὶ βούτυρον καὶ πρόβατα καὶ γαλαθηνὰ μοσχάρια. Ἐπεὶ οὖν ἐν τῇ στενοχωρίᾳ καὶ τῇ θλίψει τοῦ λιμοῦ καὶ τοῦ διωγμοῦ εὐθηνίαν αὐτῷ ὁ θεὸς πρὸς ἀπόλαυσιν ἔδωκεν, εὐχαριστῶν ἔλεγεν· 〈Ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι.〉 Ὅτε ὁ λιμὸς πλέον τοῦ Ἀβεσσαλὼμ ἐπολιόρκει με, τότε μοι ὁ θεὸς τὴν ἔρημον γῆν ῥέουσαν μέλι καὶ γάλα ἐποίησε.
Μετάφραση
Όταν, πολεμούμενος από τον Αβεσσαλώμ, έφυγε στις ερήμους και στα όρη, κυριεύτηκε από πείνα και ανάγκη όπως συμβαίνει σε διωγμό, αλλά μέσα στην ανάγκη της πείνας ο Θεός τού έστειλε ξαφνικά άνδρες που έφεραν τροφή, όπως έστειλε στον Ηλία τους κόρακες. Και πρώτος ο Σιβά, από τον οίκο του Σαούλ του εχθρού του, του έφερε διακόσιους άρτους και οίνο και παλάθες και σταφίδες. Έπειτα, μετά από αυτόν, ο Βερζελλί ο Γαλααδίτης του πρόσφερε και αυτός δέκα κρεβάτια, για να μην κοιμάται καταγής, και αμφιτάπητες, που σήμερα ονομάζονται τυλοτάπητες, και δοχεία με οίνο και σιτάρι και κριθάρι και αλεύρι και κουκιά και φακή και μέλι και βούτυρο και πρόβατα και γαλαθηνά μοσχάρια. Επειδή, λοιπόν, μέσα στη στενοχώρια και τη θλίψη της πείνας και του διωγμού, ο Θεός τού έδωσε αφθονία προς απόλαυση, ευχαριστώντας έλεγε: «Στη θλίψη με ανακούφισες». Όταν η πείνα με πολιορκούσε περισσότερο από τον Αβεσσαλώμ, τότε ο Θεός έκανε για μένα την έρημη γη να ρέει μέλι και γάλα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες