Εἰ γὰρ τὸν Δαθὰν κατὰ Μωυσέως λαλήσαντα κατέπιε καὶ τὸ στόμα αὐτῆς ἤνοιξε κατὰ τοῦ κακῶς τὸ στόμα ἀνοίξαντος, πῶς εἶχε βαστάσαι πόδας κατὰ γονέων τρέχοντας; Ὡς οὖν ἐπὶ τοῦ δένδρου ὑψηλὸς ἐκρέματο, ἐπῆλθεν αὐτῷ Ἰωὰβ ὁ ἀρχιστράτηγος καὶ τρεῖς ἀκίδας εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἀκαρδίου ἐνέπηξεν, ἐκεῖ αὐτὸν πλήττων ὅπου τῆς ἀνομίας ἡ θήκη. Καὶ ὡς ὑψηλὸς ἐπὶ τοῦ δένδρου ἐκρέματο, καλὸν αὐτῷ ἐπιτάφιον ψαλμὸν ὁ Δαυὶδ ἐπέψαλλεν· 〈Εἶδον τὸν ἀσεβῆ ὑπερυψούμενον καὶ ἐπαιρόμενον ὡς τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου· καὶ παρῆλθον, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν. Ψαλμὸς τῷ Δαυίδ, ὁπότε ἀπεδίδρασκεν ἀπὸ προσώπου Ἀβεσσαλὼμ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ.〉 Ἀπεδίδρασκε δέ, οὐχ ὡς δειλαινόμενος, ἀλλὰ φονεῦσαι τὸν υἱὸν εὐλαβούμενος· καὶ γὰρ αὐτὸς ὡς τέκνου ἐφείδετο, ἀλλ᾽ οἱ σὺν αὐτῷ οὐκ ἂν ὡς ἀντάρτου ἐφείσαντο.
Μετάφραση
Διότι, αν η γη κατάπιε τον Δαθάν που μίλησε κατά του Μωυσή, και άνοιξε το στόμα της εναντίον εκείνου που άνοιξε κακώς το στόμα του, πώς θα μπορούσε να βαστάξει πόδια που έτρεχαν εναντίον γονέων; Ενώ, λοιπόν, κρεμόταν ψηλά στο δέντρο, πήγε σε αυτόν ο αρχιστράτηγος Ιωάβ και έμπηξε τρία ακόντια στην καρδιά του άκαρδου, πλήττοντάς τον εκεί όπου βρισκόταν η θήκη της ανομίας. Και καθώς κρεμόταν ψηλά στο δέντρο, ο Δαβίδ τού έψαλε έναν ωραίο επιτάφιο ψαλμό: 〈Είδα τον ασεβή να υπερυψώνεται και να επαίρεται σαν τους κέδρους του Λιβάνου· και πέρασα, και ιδού, δεν υπήρχε πια. Ψαλμός του Δαβίδ, όταν διέφευγε από το πρόσωπο του Αβεσσαλώμ του γιου του.〉 Διέφευγε δε, όχι επειδή δειλίαζε, αλλά επειδή πρόσεχε να μη φονεύσει τον γιο του· διότι ο ίδιος τον λυπόταν ως τέκνο, αλλά εκείνοι που ήταν μαζί του δεν θα τον λυπούνταν ως αντάρτη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες