ΚΑʹ. Καὶ ἐλάλησε Δαυὶδ τῷ Κυρίῳ τοὺς λόγους τῆς ᾠδῆς ταύτης. Εἶτα ἐν τοῖς ἑξῆς· Καὶ ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη, καὶ γνόφος ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ. Καὶ πάλιν μετὰ ταῦτα, ῥῦσαί με ἐξ ἀντιλογιῶν λαοῦ, καταστήσεις με εἰς κεφαλὴν ἐθνῶν· λαὸς ὃν οὐκ ἔγνων ἐδούλευσέν μοι· εἰς ἀκοὴν ὠτίου ὑπήκουσέ μου· οἱ υἱοὶ ἀλλότριοι ἐψεύσαντό μοι· οἱ υἱοὶ ἀλλότριοι ἀπορριφήσονται· καὶ σφαλοῦσιν ἐκ τῶν συγκλεισμῶν αὐτῶν. Ταῦτα εἴρηται σχεδὸν αὐτοῖς ῥήμασιν καὶ ἐν ἑπτακαιδεκάτῳ Ψαλμῷ, εὐκαιρότερον δ᾽ ἂν ἐξετάζοιτο, ἐπεὶ δ᾽ ἂν ἀπὸ τῶν Ψαλμῶν τὰς ἐκλογὰς ἀναλεγώμεθα· νῦν μέντοι γε παρασημειούμεθα αὐτὸ μόνον, ὡς ὅτι τὸ μὲν καὶ ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη νοοῖτ᾽ ἂν περὶ τῆς ἐξ οὐρανῶν καταβάσεως τοῦ Χριστοῦ· τὸ δὲ ῥύσῃ με ἐξ ἀντιλογίας λαοῦ, ἐκ προσώπου αὐτοῦ λέλεκται περὶ τῶν ἐκ περιτομῆς μὴ πεπιστευκότων εἰς αὐτὸν, περὶ ὧν καὶ ἐν Ἠσαίᾳ φησὶν, ὅλην τὴν ἡμέραν ἐξεπέτασα τὰς χεῖράς μου πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα.
Μετάφραση
ΚΑʹ. Και μίλησε ο Δαβίδ στον Κύριο με τα λόγια αυτής της ωδής. Έπειτα στα επόμενα [λέγει]: «Και έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε, και γνόφος βρισκόταν κάτω από τα πόδια του». Και πάλι μετά από αυτά: «Λύτρωσέ με από τις αντιλογίες του λαού, θα με καταστήσεις κεφαλή των εθνών· λαός τον οποίο δεν γνώριζα με υπηρέτησε· στο πρώτο άκουσμα με υπάκουσε· οι αλλότριοι υιοί με ξεγέλασαν· οι αλλότριοι υιοί θα απορριφθούν και θα παραπατήσουν έξω από τα οχυρώματά τους». Αυτά έχουν ειπωθεί σχεδόν με τα ίδια λόγια και στον δέκατο έβδομο Ψαλμό, και θα εξετάζονταν πιο κατάλληλα, όταν θα συγκεντρώνουμε τις επιλογές από τους Ψαλμούς. Τώρα, ωστόσο, ας σημειώσουμε μόνο τούτο: ότι το μεν «έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε» θα μπορούσε να νοηθεί για την κάθοδο του Χριστού από τους ουρανούς, το δε «λύτρωσέ με από την αντιλογία του λαού» έχει ειπωθεί εκ προσώπου Του σχετικά με εκείνους από την περιτομή που δεν πίστεψαν σε Αυτόν, για τους οποίους λέει και στον Ησαΐα: «Όλη την ημέρα άπλωσα τα χέρια μου προς λαό απειθή και αντιλέγοντα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες