ηʹ. Ἀκμάζοντος δὴ τούτου τοῦ πάθους, ἑτέρᾳ περιβάλλει πάλιν αὐτὸν ὁ στρατηγὸς ἀθυμίᾳ τὸν ἀπονητὶ καὶ μετὰ πάσης εὐκολίας πᾶσαν αὐτῷ παραδοῦναι τὴν στρατιὰν ἐπαγγειλάμενον, τοῦτον προαναρπάσας τῆς ὑποσχέσεως, καὶ δόλῳ διαχρησάμενος. Τοσοῦτον γὰρ ἤλγησεν ἐκείνῃ τῇ σφαγῇ, ὡς καὶ τότε καταράσασθαι τὸν Ἰωὰβ, καὶ παρ᾽ αὐτὸν τῆς τελευτῆς τὸν καιρὸν ἐπισκῆψαι τῷ ἑαυτοῦ παιδὶ δίκην ταύτην εἰσπράξασθαι τῆς μιαιφονίας αὐτόν. Καὶ τὰ ῥήματα δὲ, ἅπερ αὐτὸν ἀνακαλῶν ἐθρήνησεν, ἱκανὰ τὸ πάθος ἡμῖν παραστῆσαι τῆς ψυχῆς· Ἐπῆρε γὰρ, φησὶν, ὁ βασιλεὺς τὴν φωνὴν αὐτοῦ, καὶ ἔκλαυσεν ἐπὶ τῷ τάφῳ Ἀβεννὴρ, καὶ εἶπεν· Εἰ κατὰ τὸν θάνατον Νάβαλ ἀποθανεῖται Ἀβεννὴρ, αἱ χεῖρές σου οὐκ ἐδέθησαν, οὐδὲ οἱ πόδες σου ἐν πέδαις, οὐδὲ προσήγαγες ὡς Νάβαλ· ἐνώπιον υἱοῦ ἀδικίας ἔπεσες.
Μετάφραση
η΄. Ενώ λοιπόν αυτός ο πόνος βρισκόταν στην ακμή του, ο στρατηγός τον περιβάλλει πάλι με νέα θλίψη, αφού εξόντωσε με δόλο, προτού προλάβει να εκπληρώσει την υπόσχεσή του, εκείνον που του είχε υποσχεθεί να του παραδώσει χωρίς κόπο και με κάθε ευκολία ολόκληρο το στράτευμα. Διότι τόσο πολύ πόνεσε για εκείνη τη σφαγή, ώστε και τότε καταράστηκε τον Ιωάβ, αλλά και την ίδια ακριβώς ώρα του θανάτου του άφησε παραγγελία στο παιδί του να απαιτήσει από αυτόν την τιμωρία για τούτη τη στυγερή δολοφονία. Και τα λόγια, με τα οποία τον θρήνησε ανακαλώντας τον, είναι ικανά να μας παραστήσουν τον πόνο της ψυχής του. Διότι, λέγει, ύψωσε ο βασιλιάς τη φωνή του και έκλαψε πάνω στον τάφο του Αβεννήρ, και είπε: «Σαν τον θάνατο του Νάβαλ θα πεθάνει ο Αβεννήρ; Τα χέρια σου δεν δέθηκαν, ούτε τα πόδια σου μπήκαν σε δεσμά, ούτε προσήχθης όπως ο Νάβαλ· έπεσες ενώπιον γιου της αδικίας».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες