Ῥιχὰν καὶ Βανέας λάθρα τὸν Μεμφιβοσθὲ ἀνελόντες ἦλθον πρὸς τὸν Δαυῒδ, ὡς εὐδοκιμήσαντες διὰ τὸν φόνον. Ὁ δὲ αὐτοὺς ἀνεῖλε. Τότε γίνεται παντὸς τοῦ λαοῦ βασιλεὺς ὁ Δαυῒδ, καὶ ἔρχεται εἰς Ἱερουσαλὴμ πρὸς τὸν Ἰεβουσαῖον, καὶ κωλύουσιν αὐτὸν οἱ χωλοὶ εἰσελθεῖν, καὶ λαμβάνει τὴν ἄκραν, καὶ ᾠκοδόμησεν ἑαυτῷ οἶκον. Συνέπραξε δὲ αὐτῷ καὶ Χυρὰμ ὁ βασιλεὺς Τύρου. Ἐπανέστησαν οἱ ἀλλόφυλοι, καὶ ἐξελθὼν κατέκοψεν αὐτοὺς ὁ Δαυΐδ. Ὡς δὲ πάλιν ἐπέθεντο, κωλύεται παρὰ τοῦ Θεοῦ εἰς συνάντησιν αὐτοῖς ἀνελθεῖν. Ἀλλ᾽ Ἐν τῷ ἀκοῦσαί σε, φησὶν ὁ Θεὸς, τὴν φωνὴν τοῦ σεισμοῦ τοῦ κλαυθμῶνος, τότε πολέμει. Τότε γὰρ παραδίδονταί σοι. Ἀνάγει τὴν κιβωτὸν ὁ Δαυῒδ, καὶ ἀποθνήσκει Ὀζᾶ, ὅτι ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ πρὸς τὴν κιβωτόν. Ὡς δὲ ἀνήγετο ἡ κιβωτὸς, ὠρχεῖτο ὁ Δαυῒδ, καὶ ἐξουθένησεν ἡ Μελχώλ. Τότε βουλόμενος ὁ Δαυῒδ οἰκοδομῆσαι ναὸν, κωλύεται ὑπὸ τοῦ Νάθαν τοῦ προφήτου, καὶ εὔχεται εὐχαριστῶν πρὸς τὸν Θεὸν, εὐχαριστῶν ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελιῶν ὧν ἤκουσεν. Ἐπάταξε Δαυῒδ τοὺς ἀλλοφύλους καὶ τὸν Μωὰβ καὶ τοὺς Σύρους, καὶ τὰ ὅπλα τὰ χρυσᾶ, ἃ ἔλαβεν, ἤνεγκεν εἰς Ἱερουσαλὴμ, ἅπερ ὕστερον ἔλαβε Σουσακεὶμ βασιλεὺς Αἰγύπτου. Καὶ πολλὰ ἀναθέματα ἀνέθηκεν ὁ Δαυΐδ. Ἀξιοῖ τὸν Μεμφιβαὰλ υἱὸν Ἰωνάθαν τραπέζης βασιλικῆς, καὶ πάντα τὰ τοῦ Σαοὺλ δίδωσιν αὐτῷ.
Μετάφραση
Ο Ριχάν και ο Βανέας, αφού δολοφόνησαν κρυφά τον Μεμφιβοσθέ, προσήλθαν στον Δαβίδ, προσδοκώντας να επαινεθούν για τον φόνο. Εκείνος, όμως, τους θανάτωσε. Τότε ο Δαβίδ αναδεικνύεται βασιλιάς ολόκληρου του λαού και εκστρατεύει στην Ιερουσαλήμ εναντίον των Ιεβουσαίων· οι χωλοί τον εμποδίζουν να εισέλθει, εκείνος όμως καταλαμβάνει το φρούριο και οικοδόμησε για τον εαυτό του ανάκτορο. Σε αυτό συνεργάστηκε μαζί του και ο Χιράμ, ο βασιλιάς της Τύρου. Επαναστάτησαν οι αλλόφυλοι, και ο Δαβίδ εξήλθε και τους κατέκοψε. Όταν όμως του επιτέθηκαν πάλι, εμποδίζεται από τον Θεό να ανέβει για να τους αντιμετωπίσει. «Αλλά», λέγει ο Θεός, «όταν ακούσεις τον ήχο της δονήσεως από το δάσος του Κλαυθμώνος, τότε να πολεμήσεις. Διότι τότε θα παραδοθούν σε εσένα». Ο Δαβίδ ανακομίζει την Κιβωτό, και πεθαίνει ο Οζά, επειδή άπλωσε το χέρι του προς την Κιβωτό. Καθώς μεταφερόταν η Κιβωτός, ο Δαβίδ χόρευε, και η Μελχώλ τον περιφρόνησε. Τότε, ενώ ο Δαβίδ επιθυμούσε να οικοδομήσει ναό, εμποδίζεται από τον προφήτη Νάθαν, και προσεύχεται ευχαριστώντας τον Θεό για τις υποσχέσεις που άκουσε. Ο Δαβίδ πάταξε τους αλλοφύλους, τον Μωάβ και τους Σύρους, και τα χρυσά όπλα που έλαβε, τα μετέφερε στην Ιερουσαλήμ, τα οποία αργότερα έλαβε ο Σουσακείμ, ο βασιλιάς της Αιγύπτου. Επίσης, πολλά αναθήματα αφιέρωσε ο Δαβίδ. Κρίνει τον Μεμφιβαάλ, τον υιό του Ιωνάθαν, άξιο να συμμετέχει στη βασιλική τράπεζα, και του παραχωρεί όλα τα υπάρχοντα του Σαούλ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες