ϟΓʹ. Ἀκούω δὲ Ναδὰβ καὶ Ἀβιοὺδ, ὅτι, ξένῳ πυρὶ θυμιάσαντες μόνον, ξένῳ καὶ ἀνηλώθησαν κολασθέντες δι᾽ ὧν ἠσέβησαν, καὶ τὸν αὐτὸν εὑρόντες τῆς ἀπωλείας, ὃν καὶ τῆς ἀσεβείας καιρὸν καὶ τόπον· καὶ οὐδὲ Ἀαρὼν ἤρκεσε πρὸς σωτηρίαν αὐτοῖς ὁ πατὴρ, ὁ Μωσέως παρὰ Θεῷ δεύτερος. Γινώσκω δὲ καὶ Ἡλεὶ τὸν ἱερέα, καὶ μικρὸν ὕστερον Ὀζᾶν, τὸν μὲν ὑπὲρ τῆς τῶν παίδων παρανομίας ἀπαιτηθέντα δίκην, ἣν ἐτόλμων κατὰ τῶν θυσιῶν πρὸ καιροῦ τῶν λεβήτων ἀπαρχόμενοι, καὶ ταῦτα οὐκ ἀποδεχόμενον αὐτῶν τὴν ἀσέβειαν, ἀλλὰ πολλὰ πολλάκις ἐπιτιμήσαντα· τὸν δὲ, ὅτι, ψαύσας τῆς κιβωτοῦ μόνον περισπασθείσης ὑπὸ τοῦ μόσχου, τὴν μὲν περιεσώσατο, αὐτὸς δὲ ἀπώλετο, φυλάσσοντος τοῦ Θεοῦ τῇ κιβωτῷ τὸ σεβάσμιον.
Μετάφραση
Γ'. Ακούω για τον Ναδάβ και τον Αβιούδ ότι, επειδή θυμίασαν μόνο με «ξένο» πυρ, εξολοθρεύτηκαν από «ξένο» πυρ, τιμωρούμενοι ακριβώς από εκείνα με τα οποία ασέβησαν, και βρήκαν τον ίδιο χρόνο και τόπο για την καταστροφή τους που είχαν για την ασέβειά τους· και ούτε ο πατέρας τους, ο Ααρών, ο δεύτερος μετά τον Μωυσή ενώπιον του Θεού, δεν στάθηκε αρκετός για τη σωτηρία τους. Γνωρίζω, επίσης, και τον ιερέα Ηλί, καθώς και λίγο αργότερα τον Οζά· τον πρώτο, που κλήθηκε να λογοδοτήσει για την παρανομία των παιδιών του, τα οποία τολμούσαν να παίρνουν τις απαρχές από τις θυσίες πριν από τον χρόνο των λεβήτων, παρόλο που ο ίδιος δεν αποδεχόταν την ασέβειά τους, αλλά τους είχε επιτιμήσει πολλές φορές· τον δε δεύτερο, ο οποίος, επειδή άγγιξε την Κιβωτό την ώρα που κλονίστηκε από το βόδι, την έσωσε μεν, ο ίδιος όμως χάθηκε, καθώς ο Θεός προστάτευε τον σεβασμό που άρμοζε στην Κιβωτό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες