Διεθέμην διαθήκην τοῖς ἐκλεκτοῖς μου· Ἀβραὰμ, φησὶ, καὶ Ἰακώβ· τούτοις γὰρ δὴ τὰς περὶ Χριστοῦ ἐπαγγελίας δέδωκε κατὰ τὸ εἰρημένον· Καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν τῷ σπέρματί σου πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς. Ὤμοσα Δαυῒδ τῷ δούλῳ μου. Καὶ ποῦ ὤμοσεν ἢ ἐν τῷ εἰπεῖν πρὸς αὐτόν· Καὶ ἔσται ὅταν πληρωθῶσιν αἱ ἡμέραι σου, καὶ κοιμηθήσῃ μετὰ τῶν πατέρων σου· ἀναστήσεται ἐκ τοῦ σπέρματός σου ἄλλος, ὃς ἔσται ἐκ τῆς κοιλίας σου. Καὶ ἑτοιμάσω εἰς τὸν αἰῶνα τὴν βασιλείαν αὐτοῦ. Αὐτὸς οἰκοδομήσει οἶκον τῷ ὀνόματί μου.
Μετάφραση
«Συνήψα διαθήκη με τους εκλεκτούς μου»· δηλαδή τον Αβραάμ, λέγει, και τον Ιακώβ· διότι σε αυτούς βέβαια έχει δώσει τις επαγγελίες περί του Χριστού, σύμφωνα με το ρηθέν: «Και στο σπέρμα σου θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης». «Ορκίστηκα στον Δαβίδ τον δούλο μου». Και πού ορκίστηκε παρά όταν του είπε: «Και θα συμβεί, όταν συμπληρωθούν οι ημέρες σου και κοιμηθείς μαζί με τους πατέρες σου, να εγερθεί από το σπέρμα σου άλλος, ο οποίος θα προέλθει από τα σπλάχνα σου. Και θα ετοιμάσω εις τον αιώνα τη βασιλεία του. Αυτός θα οικοδομήσει οίκο για το όνομά μου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες