Οὕτω καὶ ὁ Δαυῒδ ταῦτα πάντα ἔστρεφε παρ᾽ ἑαυτῷ· τὰς μὲν γὰρ εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ λογιζόμενος, ἔλεγε· Τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ· ἢ υἱὸς ἀνθρώπου, ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾽ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν. Τῶν δὲ κατορθωμάτων οὕτως ἐπελέληστο τῶν αὑτοῦ, ὡς μετὰ τὴν μυρίαν φιλοσοφίαν ἐκείνην εἰπεῖν· Τίς εἰμι ἐγὼ, Κύριέ μου, Κύριε, καὶ τίς ὁ οἶκος τοῦ πατρός μου, ὅτι ἠγάπησάς με ἕως τούτων; καὶ κατεσμίκρυνται ταῦτα ἐνώπιόν σου, Κύριέ μου, καὶ ἐλάλησας ὑπὲρ τοῦ οἴκου τοῦ δούλου σου εἰς μακράν. Οὗτος δὲ ὁ νόμος τοῦ ἀνθρώπου, Κύριέ μου, Κύριε, πρὸς σέ. Καὶ τί προσθήσει Δαυῒδ ἔτι τοῦ λαλῆσαι πρὸς σέ; Καὶ τῶν προγόνων συνεχῶς τὴν ἀρετὴν ἐννοῶν, τὸ μηδὲν πρὸς ἐκείνους ἑαυτὸν ἐξετάζων εἶναι ἐνόμιζε. Μετὰ γὰρ τὸ εἰπεῖν, Ἐπὶ σοὶ ἤλπισαν οἱ πατέρες ἡμῶν, περὶ ἑαυτοῦ λέγων ἐπήγαγεν, Ἐγὼ δέ εἰμι σκώληξ, καὶ οὐκ ἄνθρωπος. Τὸ δὲ τοῦ μέλλοντος ἄδηλον οὕτως εἶχε πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν, ὡς λέγειν· Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μή ποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον. Καὶ ἁμαρτημάτων δὲ οὕτω πολλῶν ὑπεύθυνον ἑαυτὸν εἶναι ἐνόμιζεν, ὡς λέγειν· Ἱλάσθητι τῇ ἁμαρτίᾳ μου, πολλὴ γάρ ἐστιν. Ὑμῖν μὲν οὖν τοῖς μεγάλοις ἀρκεῖ καὶ ταῦτα· ἡμῖν δὲ καὶ μετὰ τούτων τῶν φαρμάκων ἐστὶν ἀνάγκη ἰσχυρὰ καὶ ἱκανὴ καθελεῖν τὸ φρόνημα καὶ τὴν ἀλαζονείαν ἅπασαν. Τί δὴ τοῦτό ἐστι;
Μετάφραση
Έτσι και ο Δαβίδ όλα αυτά τα συλλογιζόταν μέσα του· διότι, όταν αναλογιζόταν τις ευεργεσίες του Θεού, έλεγε: «Τι είναι ο άνθρωπος, ώστε να τον ενθυμείσαι, ή ο υιός του ανθρώπου, ώστε να τον επισκέπτεσαι; Τον έκανες λίγο κατώτερο από τους αγγέλους, με δόξα και τιμή τον στεφάνωσες». Και τα δικά του κατορθώματα τόσο πολύ τα είχε λησμονήσει, ώστε μετά από εκείνη την απέραντη σοφία να λέει: «Ποιος είμαι εγώ, Κύριέ μου, Κύριε, και ποιος είναι ο οίκος του πατέρα μου, ώστε να με αγαπήσεις έως αυτό το σημείο; Και αυτά θεωρήθηκαν μικρά ενώπιόν σου, Κύριέ μου, και μίλησες για τον οίκο του δούλου σου για το μακρινό μέλλον. Αυτός δε είναι ο νόμος του ανθρώπου, Κύριέ μου, Κύριε, προς εσένα. Και τι παραπάνω να προσθέσει πλέον ο Δαβίδ για να σου πει;» Επίσης, αναλογιζόμενος συνεχώς την αρετή των προγόνων του, συγκρίνοντας τον εαυτό του με εκείνους, θεωρούσε ότι είναι ένα τίποτα. Διότι, αφού είπε, «Σε εσένα ήλπισαν οι πατέρες μας», αναφερόμενος στον εαυτό του πρόσθεσε: «Εγώ όμως είμαι σκουλήκι και όχι άνθρωπος». Και είχε τόσο πολύ μπροστά στα μάτια του το άδηλο του μέλλοντος, ώστε να λέει: «Φώτισε τα μάτια μου, μήπως τυχόν κοιμηθώ τον ύπνο του θανάτου». Αλλά και για τόσα πολλά αμαρτήματα θεωρούσε τον εαυτό του υπόλογο, ώστε να λέει: «Συγχώρησε την αμαρτία μου, διότι είναι μεγάλη». Σε εσάς λοιπόν, τους μεγάλους, αρκούν και αυτά· για εμάς όμως, ακόμη και μετά από αυτά τα φάρμακα, υπάρχει ισχυρή και ικανή ανάγκη να καταρρίψουμε το υψηλό φρόνημα και κάθε αλαζονεία. Τι είναι λοιπόν αυτό;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες