Ἄλλαι γὰρ ἑορταζόντων φωναὶ, καὶ ἄλλαι σκυθρωπαζόντων. Ἐπινίκια δὲ ἑορτῆς ὑπόθεσις πανδήμου, οὐ στρατιώταις μόνον, ἀλλὰ καὶ γεωργοῖς, καὶ ἐμπόροις, καὶ χειροτέχναις, καὶ πᾶσι τοῖς μετέχουσι τῶν ἀγαθῶν τῆς εἰρήνης. Πῶς οὖν, Ὁ Θεὸς, ἀπώσω ἡμᾶς, καὶ καθεῖλες ἡμᾶς; Καὶ μὴν προσελάβετο τοὺς νενικηκότας. Πῶς δὲ καθεῖλεν οὓς τοσοῦτον ηὔξησε, προσθεὶς αὐτοῖς ὅπλα, καὶ ἅρματα, καὶ ἵππους, καὶ ὑπηκόους καὶ χώραν ὑπόφορον, τὴν Ἀραβίαν πᾶσαν, τὴν Φοινικὴν, τὴν Μέσην τῶν ποταμῶν; Ἄξιον ἐπιστῆσαι, μή τινα ἀχαριστίαν ἔχει τὰ ῥήματα. Ὁ γὰρ ἀνελὼν μὲν πρότερον τὸν Ἀδραζὰρ βασιλέα Σωβᾶ, λαβὼν δὲ παρ᾽ αὐτοῦ χίλια ἅρματα, καὶ ἑπτὰ χιλιάδας ἱππέων, καὶ εἴκοσι χιλιάδας πεζῶν, πάλιν δὲ τὸν Συρίας βασιλέα ἐπιβοηθοῦντα τῷ ἐπταικότι δουλωσάμενος, καὶ ὑπόφορον καταστήσας, καὶ ἐν μιᾷ καιροῦ ῥοπῇ εἴκοσι καὶ δύο χιλιάδας αὐτοῦ καταφονεύσας, καὶ τρίτην νίκην τοὺς υἱοὺς Ἀμμὼν νικήσας παραταξαμένους παρὰ τὴν θύραν τῆς πόλεως διὰ Ἰωὰβ τοῦ ἀρχιστρατήγου, ὃς διελὼν δίχα τὴν δύναμιν, τοῖς μὲν ἀπήντα κατὰ πρόσωπον, τοὺς δὲ κατὰ νότου περιελθὼν ἐχειρώσατο· πῶς ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ἀνδραγαθήμασι στυγνὰ οὕτω καὶ κατηφῆ φθέγγεται, λέγων· Ὁ Θεὸς, ἀπώσω ἡμᾶς, καὶ καθεῖλες ἡμᾶς· ὠργίσθης, καὶ ᾠκτείρησας ἡμᾶς;
Μετάφραση
Διότι άλλες είναι οι φωνές αυτών που εορτάζουν, και άλλες εκείνων που σκυθρωπάζουν. Τα επινίκια, όμως, αποτελούν αφορμή για πάνδημη εορτή, όχι μόνο για τους στρατιώτες, αλλά και για τους γεωργούς, και τους εμπόρους, και τους χειροτέχνες, και για όλους όσοι μετέχουν στα αγαθά της ειρήνης. Πώς λοιπόν λέει: «Ο Θεός, μας απώθησες και μας κατέβαλες»; Και όμως, ευεργέτησε τους νικητές. Και πώς κατέβαλε αυτούς τους οποίους τόσο πολύ ανέδειξε, προσθέτοντάς τους όπλα, και άρματα, και ίππους, και υπηκόους, και φόρου υποτελή χώρα, ολόκληρη την Αραβία, τη Φοινίκη και τη Μεσοποταμία; Αξίζει να προσέξουμε μήπως τα λόγια αυτά ενέχουν κάποια αχαριστία. Διότι αυτός, αφού εξόντωσε πρωτύτερα τον Αδραζάρ, τον βασιλιά της Σωβά, και έλαβε από αυτόν χίλια άρματα, επτά χιλιάδες ιππείς και είκοσι χιλιάδες πεζούς, και έπειτα, αφού υποδούλωσε τον βασιλιά της Συρίας, που είχε προσέλθει σε βοήθεια του ηττημένου, και τον κατέστησε φόρου υποτελή, κατασφάζοντας σε μια στιγμή είκοσι δύο χιλιάδες άνδρες του, και πετυχαίνοντας τρίτη νίκη κατετρόπωσε τους υιούς Αμμών, οι οποίοι είχαν παραταχθεί παρά την πύλη της πόλεως, μέσω του Ιωάβ του αρχιστρατήγου —ο οποίος, διαιρώντας σε δύο μέρη τη δύναμή του, τους μεν αντιμετώπισε κατά πρόσωπο, τους δε κατέβαλε κυκλώνοντάς τους από τον νότο— πώς, λοιπόν, έπειτα από τέτοια ανδραγαθήματα εκφράζεται με τόσο σκυθρωπά και θλιβερά λόγια, λέγοντας: «Ο Θεός, μας απώθησες, και μας κατέβαλες· οργίστηκες, και μας σπλαχνίστηκες»;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες