ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΡΚΑʹ. Εἰ ἔξεστι παραιτεῖσθαι τὰ βαρύτερα τῶν ἔργων. ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ. Ὁ γνήσιος ἐν τῇ πρὸς Θεὸν ἀγάπῃ, καὶ βέβαιος ἐν πληροφορίᾳ τῆς παρὰ τοῦ Κυρίου μισθαποδοσίας, οὐ τοῖς γινομένοις ἀρκεῖται, ἀεὶ δὲ προσθήκην ἐπιζητεῖ, καὶ τοῦ πλείονος ὀρέγεται. Κἂν ὑπὲρ δύναμιν δόξῃ ποιεῖν τι, οὐκ ἀμεριμνεῖ, ὡς πληρώσας τὸ μέτρον· ἀγωνιᾷ δὲ ἀεὶ, ὡς ἀπολιμπανόμενος τοῦ πρὸς ἀξίαν, τοῦ Κυρίου ἀκούων προστάσσοντος, ὅτι Ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διατεταγμένα, τότε λέγετε· Δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν· ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι, πεποιήκαμεν· τοῦ δὲ Ἀποστόλου, ᾧ ὁ κόσμος ἐσταύρωτο, καὶ αὐτὸς τῷ κόσμῳ, μὴ ἐπαισχυνθέντος εἰπεῖν, ὅτι Ἐγὼ ἐμαυτὸν οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι. Ἓν δὲ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος, τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος, κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Ὃς, καίτοι ἐξουσίαν ἔχων, τὸ Εὐαγγέλιον καταγγέλλων, ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου ζῇν, Ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ, φησὶ, νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐργαζόμενοι, οὐχ ὅτι οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν, ἀλλ᾽ ἵνα ἑαυτοὺς τύπον δῶμεν ὑμῖν εἰς τὸ μιμεῖσθαι ἡμᾶς. Τίς οὖν οὕτως ἀναίσθητος καὶ ἄπιστος, ὡς ἀρκεσθῆναί ποτε τοῖς ἤδη γενομένοις, ἢ παραιτήσασθαί τι ὡς βαρύτερον, ἢ κοπῶδες;
Μετάφραση
Ερώτηση 121. Αν επιτρέπεται να αποφεύγει κανείς τα βαρύτερα από τα έργα. Απόκριση. Εκείνος που έχει γνήσια την προς τον Θεό αγάπη και έχει απόλυτη βεβαιότητα για τη μισθαποδοσία από τον Κύριο, δεν αρκείται σε όσα έχει ήδη πράξει, αλλά πάντοτε επιζητεί να προσθέσει σε αυτά και επιθυμεί το περισσότερο. Και αν ακόμη φανεί ότι κάνει κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις του, δεν εφησυχάζει με τη σκέψη ότι εκπλήρωσε το μέτρο του χρέους του· αλλά πάντοτε αγωνιά, θεωρώντας ότι υπολείπεται από το πρέπον, ακούγοντας τον Κύριο να προστάζει: «Όταν κάνετε όλα όσα σας έχουν διαταχθεί, τότε να λέτε: Δούλοι αχρείοι είμαστε· κάναμε εκείνο που οφείλαμε να κάνουμε»· και εφόσον ο Απόστολος, για τον οποίο ο κόσμος είχε σταυρωθεί και αυτός για τον κόσμο, δεν ντράπηκε να πει: «Εγώ δεν θεωρώ τον εαυτό μου ότι έχει ήδη κατακτήσει τον σκοπό. Ένα όμως κάνω, ξεχνώντας αυτά που βρίσκονται πίσω και απλώνοντας τον εαυτό μου προς αυτά που βρίσκονται μπροστά, τρέχω προς τον σκοπό, για το βραβείο της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού». Αυτός, μολονότι είχε το δικαίωμα, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο, να ζει από το Ευαγγέλιο, λέει: «Με κόπο και μόχθο, εργαζόμενοι νύχτα και μέρα, όχι διότι δεν έχουμε δικαίωμα, αλλά για να δώσουμε τους εαυτούς μας ως υπόδειγμα σε εσάς, ώστε να μας μιμείστε». Ποιος, λοιπόν, είναι τόσο αναίσθητος και άπιστος, ώστε να αρκεστεί ποτέ σε όσα έχει ήδη πράξει, ή να αποφύγει κάτι ως βαρύτερο ή κοπιαστικό;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες