Ὁ τοίνυν ἐπίσκοπος Ἀλέξανδρος ἀκούσας ταῦτα καὶ πάνυ λυπηθεὶς εἰσελθὼν εἰς τὴν ἐκκλησίαν τάς τε χεῖρας ἐκτείνας πρὸς τὸν θεὸν ἀπωδύρετο καὶ ῥίψας ἑαυτὸν ἐπὶ πρόσωπον ἐν τῷ ἱερατείῳ, κείμενος ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ηὔχετο. παρῆν δὲ καὶ Μακάριος εὐχόμενος σὺν αὐτῷ καὶ ἀκούσας τῆς φωνῆς αὐτοῦ. παρεκάλει δὲ δύο ταῦτα λέγων· ‘εἰ Ἄρειος αὔριον συνάγεται, ἀπόλυσον ἐμὲ τὸν δοῦλόν σου καὶ μὴ συναπολέσῃς εὐσεβῆ μετὰ ἀσεβοῦς, εἰ δὲ φείδῃ τῆς ἐκκλησίας σου (οἶδα δὲ ὅτι φείδῃ) ἔπιδε ἐπὶ τὰ ῥήματα τῶν περὶ Εὐσέβιον καὶ μὴ δῷς εἰς ἀφανισμὸν καὶ ὄνειδος τὴν κληρονομίαν σου, καὶ ἆρον Ἄρειον, ἵνα μὴ εἰσελθόντος αὐτοῦ εἰς τὴν ἐκκλησίαν δόξῃ καὶ ἡ αἵρεσις συνεισέρχεσθαι αὐτῷ καὶ λοιπὸν ἡ ἀσέβεια ὡς εὐσέβεια νομισθῇ.’ ταῦτα εὐξάμενος ὁ ἐπίσκοπος ἀνεχώρησε πάνυ φροντίζων. καὶ γέγονέ τι θαυμαστὸν καὶ παράδοξον· τῶν γὰρ περὶ Εὐσέβιον ἀπειλησάντων ὁ μὲν ἐπίσκοπος ηὔξατο, ὁ δὲ Ἄρειος ἐθάρρει τοῖς περὶ Εὐσέβιον πολλά τε φλυαρῶν εἰσῆλθεν εἰς θάκας ὡς διὰ χρείαν τῆς γαστρὸς καὶ ἐξαίφνης κατὰ τὸ γεγραμμένον «πρηνὴς γενόμενος ἐλάκησε μέσος» καὶ πεσὼν εὐθὺς ἀπέψυξεν ἀμφοτέρων τε τῆς τε κοινωνίας καὶ τοῦ ζῆν ἐστερήθη.
Μετάφραση
Ο επίσκοπος Αλέξανδρος, λοιπόν, αφού άκουσε αυτά και λυπήθηκε βαθύτατα, εισήλθε στην εκκλησία, άπλωσε τα χέρια του προς τον Θεό και οδυρόταν, και πέφτοντας με το πρόσωπο στο έδαφος μέσα στο ιερό, προσευχόταν κείμενος στο δάπεδο. Παρευρισκόταν εκεί και ο Μακάριος, ο οποίος προσευχόταν μαζί του και άκουγε τη φωνή του. Τον παρακαλούσε μάλιστα λέγοντας αυτά τα δύο: «Εάν ο Άρειος γίνει δεκτός αύριο στη σύναξη, απόλυσε εμένα, τον δούλο σου, και μην καταστρέψεις τον ευσεβή μαζί με τον ασεβή. Εάν, όμως, σπλαχνίζεσαι την εκκλησία σου (και γνωρίζω ότι τη σπλαχνίζεσαι), ρίξε το βλέμμα σου στα λόγια των οπαδών του Ευσέβιου και μην παραδώσεις σε αφανισμό και όνειδος την κληρονομιά σου. Πάρε τον Άρειο, ώστε με την είσοδό του στην εκκλησία να μη φανεί ότι εισέρχεται μαζί του και η αίρεση, και τελικά θεωρηθεί η ασέβεια ως ευσέβεια». Αφού προσευχήθηκε με αυτά τα λόγια, ο επίσκοπος αναχώρησε με μεγάλη αγωνία. Και συνέβη κάτι θαυμαστό και παράδοξο· διότι, ενώ οι οπαδοί του Ευσέβιου εκτόξευαν απειλές, ο μεν επίσκοπος προσευχόταν, ο δε Άρειος, παίρνοντας θάρρος από τους υποστηρικτές του Ευσέβιου και φλυαρώντας πάρα πολύ, εισήλθε στα αποχωρητήρια λόγω σωματικής ανάγκης. Και ξαφνικά, σύμφωνα με το Γραφικό «πέφτοντας πρηνής, έσκασε στη μέση», έπεσε και αμέσως ξεψύχησε, στερούμενος αυτοστιγμεί και τα δύο: και την εκκλησιαστική κοινωνία και την ίδια τη ζωή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες