Ὀψίας δὲ γενομένης, ἀνέκειτο μετὰ τῶν δώδεκα μαθητῶν· καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν, λέγει αὐτοῖς· Λέγω ὑμῖν, ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με. Καὶ λυπούμενοι σφόδρα, ἤρξαντο λέγειν αὐτῷ ἕκαστος αὐτῶν· Μήτι ἐγώ εἰμι, Κύριε; ΠΡΑΞΕΙΣ. Καὶ ἐγένετο φωνὴ πρὸς αὐτόν· Ἀναστὰς, Πέτρε, θῦσον, καὶ φάγε. Ὁ δὲ Πέτρος εἶπε· Μηδαμῶς, Κύριε· ὅτι οὐδέποτε ἔφαγον πᾶν κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον.
Μετάφραση
Όταν βράδιασε, παρακάθισε σε δείπνο μαζί με τους δώδεκα μαθητές· και ενώ έτρωγαν, τους είπε: «Σας λέω ότι ένας από εσάς θα με παραδώσει». Και επειδή λυπήθηκαν πάρα πολύ, άρχισε ο καθένας τους να του λέει: «Μήπως είμαι εγώ, Κύριε;» ΠΡΑΞΕΙΣ. Και ακούστηκε φωνή προς αυτόν: «Σήκω, Πέτρε, σφάξε και φάε». Ο δε Πέτρος είπε: «Σε καμία περίπτωση, Κύριε· διότι ποτέ δεν έφαγα τίποτα το κοινό ή ακάθαρτο».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες