Εἰς ἔθνη ἐπέμπετο. Ἵνα οὖν μὴ καὶ οὗτοι αὐτοῦ κατηγορῶσιν, ὡς ἔφθην εἰπὼν, ταῦτα οἰκονομεῖται· ἢ καὶ ἵνα μὴ δόξῃ φαντασία τις εἶναι, εἶπε, Μηδαμῶς, Κύριε, ὅτι οὐδέποτε ἔφαγον κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον. Ἐγένετο δὲ φωνὴ πρὸς αὐτόν· Ἃ ὁ Θεὸς ἐκαθάρισε, σὺ μὴ κοίνου. Τοῦτο δοκεῖ μὲν πρὸς αὐτὸν λέγεσθαι· τὸ δὲ πᾶν πρὸς Ἰουδαίους λέγεται. Εἰ γὰρ ὁ διδάσκαλος ἐπιτιμᾶται, πολλῷ μᾶλλον οὗτοι. Ἡ οὖν σινδὼν, τοῦτό ἐστιν ἡ γῆ· τὰ δὲ ἐν αὐτῇ θηρία, οἱ ἐξ ἐθνῶν· τὸ δὲ, Θῦσον καὶ φάγε, ὅτι κἀκείνοις δεῖ προσιέναι· τὸ δὲ τρίτον τοῦτο γενέσθαι, τὸ βάπτισμα δηλοῖ. Μηδαμῶς, Κύριε, οὐδέποτε ἔφαγον κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον. Καὶ διὰ τί, φησὶν, ἀντεῖπεν; Ἵνα μή τις εἴπῃ, ὅτι ἐπείραζεν ὁ Θεὸς αὐτὸν, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Ἀβραὰμ, ὅτε ἐκελεύετο τὸν υἱὸν θυσίαν ἀνενεγκεῖν· ὡς ἐπὶ τοῦ Φιλίππου, ὅτε, Πόσους ἄρτους ἔχετε; ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ἠρωτήθη· οὐχ ἵνα μάθῃ, ἀλλὰ πειράζων αὐτόν. Καὶ μὴν ἐν τῷ νόμῳ περὶ καθαρῶν καὶ ἀκαθάρτων διεστείλατο Μωϋσῆς τῶν τε ἐν γῇ τῶν τε ἐν θαλάσσῃ· καὶ ὅμως οὐδὲ οὕτως ᾔδει. Ὡς δὲ ἐν ἑαυτῷ διηπόρει ὁ Πέτρος, τί ἂν εἴη τὸ ὅραμα, ὃ εἶδε, καὶ ἰδοὺ οἱ ἄνδρες οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τοῦ Κορνηλίου, διερωτήσαντες τὴν οἰκίαν τοῦ Σίμωνος, ἐπέστησαν ἐπὶ τὸν πυλῶνα, καὶ φωνήσαντες, ἐπυνθάνοντο, εἰ Σίμων ὁ ἐπικαλούμενος Πέτρος ἐνθάδε ξενίζεται.
Μετάφραση
Επρόκειτο να σταλεί στα έθνη. Για να μην τον κατηγορήσουν λοιπόν και αυτοί, όπως είπα προηγουμένως, αυτά γίνονται κατά θεία οικονομία· ή και για να μη φανεί ότι πρόκειται για κάποια φαντασία, είπε: «Σε καμία περίπτωση, Κύριε, διότι ποτέ δεν έφαγα κάτι κοινό ή ακάθαρτο». Και ακούστηκε φωνή προς αυτόν: «Εκείνα που ο Θεός καθάρισε, εσύ μην τα θεωρείς ακάθαρτα». Αυτό βέβαια φαίνεται ότι λέγεται προς αυτόν, όμως στο σύνολό του λέγεται προς τους Ιουδαίους. Διότι, αν επιπλήττεται ο δάσκαλος, πολύ περισσότερο αυτοί. Το σεντόνι λοιπόν, αυτό είναι η γη· και τα θηρία που βρίσκονται μέσα σε αυτό, είναι οι προερχόμενοι από τα έθνη· και το «Σφάξε και φάγε» σημαίνει ότι πρέπει να πλησιάσει και σε εκείνους· και το ότι αυτό συνέβη τρεις φορές, υποδηλώνει το βάπτισμα. «Σε καμία περίπτωση, Κύριε, ποτέ δεν έφαγα κάτι κοινό ή ακάθαρτο». Και γιατί, λέγει, έφερε αντίρρηση; Για να μην πει κανείς ότι ο Θεός τον δοκίμαζε, όπως στην περίπτωση του Αβραάμ, όταν διατάχθηκε να προσφέρει τον γιο του ως θυσία· ή όπως στην περίπτωση του Φιλίππου, όταν ρωτήθηκε από τον Χριστό: «Πόσους άρτους έχετε;» – όχι για να μάθει, αλλά για να τον δοκιμάσει. Και όμως, στον νόμο σχετικά με τα καθαρά και τα ακάθαρτα, ο Μωυσής έκανε σαφή διάκριση και για τα ζώα της γης και για τα ζώα της θάλασσας· και παρόλα αυτά ούτε έτσι γνώριζε. Καθώς δε ο Πέτρος βρισκόταν σε απορία μέσα του για το τι θα μπορούσε να σημαίνει το όραμα που είδε, ιδού, οι άνδρες που είχαν σταλεί από τον Κορνήλιο, αφού ρώτησαν να βρουν την οικία του Σίμωνα, στάθηκαν μπροστά στην πύλη, και φωνάζοντας, ρωτούσαν αν ο Σίμων, που επονομάζεται Πέτρος, φιλοξενείται εκεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες