Ἐγὼ τίς ἤμην δυνατὸς κωλῦσαι τὸν Θεόν; Κυρίλλου. Οἰκονομία τις ἐγένετο διὰ τὴν πολλὴν τῶν ἐκ περιτομῆς πιστευσάντων διάκρισιν, πρὸ τοῦ βαπτίσματος καταξιωθῆναι τοὺς περὶ τὸν Κορνήλιον τοῦ Πνεύματος· ἵνα τὴν ἀντίῤῥησιν τῶν ἀγανακτούντων παύσῃ. Ὅθεν δὲ καὶ εἰκότως περὶ τῶν ἀντιλεγόντων εἴρηται· «Ἀκούσαντες δὲ ἡσύχασαν.» Ὡς δὲ ἐπλήρου Ἰωάννης τὸν δρόμον, ἔλεγε· Τίνα με ὑπονοεῖτε εἶναι, οὐκ εἰμὶ ἐγὼ, ἀλλ᾽ ἰδοὺ, ἔρχεται μετ᾽ ἐμὲ, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὸ ὑπόδημα τῶν ποδῶν λῦσαι.
Μετάφραση
Ποιος ήμουν εγώ που θα μπορούσα να εμποδίσω τον Θεό; Κυρίλλου. Έγινε κάποια οικονομία εξαιτίας του μεγάλου δισταγμού εκείνων από την περιτομή που είχαν πιστέψει, το να αξιωθούν δηλαδή ο Κορνήλιος και οι δικοί του τη χάρη του Πνεύματος πριν από το βάπτισμα, προκειμένου να σταματήσει η αντίρρηση αυτών που αγανακτούσαν. Γι' αυτό και δικαιολογημένα αναφέρεται για όσους έφερναν αντίρρηση: «Όταν τα άκουσαν αυτά, ησύχασαν.» Και καθώς ο Ιωάννης ολοκλήρωνε την αποστολή του, έλεγε: Ποιος νομίζετε ότι είμαι; Δεν είμαι εγώ, αλλά ιδού, έρχεται μετά από εμένα εκείνος, του οποίου δεν είμαι άξιος να λύσω το υπόδημα των ποδιών του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες