Ὃ καὶ Παῦλος βοᾷ λέγων· Ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτὸν, καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτοὺς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη. Περιῄεισαν οὖν καὶ ἔθνεσι διαλεγόμενοι. Ἦσαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἵτινες ἐλθόντες εἰς Ἀντιόχειαν, ἐλάλουν πρὸς τοὺς Ἑλληνιστὰς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον Ἰησοῦν. Καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾽ αὐτῶν, πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν. Ὅρα, Ἕλλησιν εὐαγγελίζονται.
Μετάφραση
Αυτό διακηρύσσει και ο Παύλος λέγοντας: «Σε εσάς ήταν αναγκαίο να κηρυχθεί πρώτα ο λόγος του Θεού· επειδή όμως τον απορρίπτετε και δεν κρίνετε τους εαυτούς σας άξιους, ιδού, στρεφόμαστε προς τα έθνη». Περιέρχονταν λοιπόν και απευθύνονταν στα έθνη. Ήταν δε κάποιοι από αυτούς άνδρες Κύπριοι και Κυρηναίοι, οι οποίοι, όταν ήλθαν στην Αντιόχεια, μιλούσαν προς τους Ελληνιστές, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο του Κυρίου Ιησού. Και το χέρι του Κυρίου ήταν μαζί τους, και μεγάλος αριθμός, αφού πίστεψε, στράφηκε προς τον Κύριο Ιησού. Πρόσεξε, ευαγγελίζονται στους Έλληνες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες