Μετὰ τ[οσ]αῦτα Διεκρίνοντο οἱ ἐκ περιτομῆς, οὐχ οἱ ἀπόστολοι. Τί ἐστι, Διεκρίνοντο; Ἐσκανδαλίζοντο, φησὶν, οὐ μικρῶς. Καὶ θέα, τί προβάλλονται. Οὐ λέγουσι, Διὰ τί κατήγγειλας; ἀλλὰ, Διὰ τί συνέφαγες; Ὁ δὲ Πέτρος οὐ πρὸς τοῦτο ἵσταται τὸ ψυχρὸν (ψυχρὸν γὰρ ὄντως ἦν), ἀλλὰ πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέγα, λέγων, ὅτι Εἰ Πνεύματος μετέλαβον καὶ αὐτοὶ, πῶς τούτου μεταδοῦναι οὐκ ἦν; Πῶς οὖν ἐπὶ τῶν Σαμαρειτῶν τοῦτο οὐ γέγονεν, ἀλλὰ τοὐναντίον; καὶ γὰρ οὐ μόνον πρὸ τοῦ βαπτίσματος οὐκ ἐγένετο, ἀλλ᾽ οὐδὲ μετὰ τὸ βάπτισμα. καὶ οὐκ ἠγανάκτησαν, ἀλλὰ μᾶλλον ἀκούσαντες ἔπεμψεν ἐπὶ τοῦτο αὐτό. Ἀλλ᾽ οὐδὲ ἐνταῦθα τοῦτο ἐγκαλοῦσιν· ᾔδεισαν γὰρ ὅτι θείας χάριτος ἦν· ἀλλὰ, Διὰ τί, φασὶ, συνέφαγες; Ἄλλως δὲ πολὺ καὶ ἄπειρον τὸ διάφορον Σαμαρειτῶν καὶ ἐθνῶν. Ἢ καὶ οἰκονομικῶς γίνεται τὸ ἐγκληθῆναι αὐτὸν, ἵν᾽ οὗτοι μάθωσιν· οὐ γὰρ ἂν ἁπλῶς Πέτρος εἶπεν. Ὅρα δὲ αὐτοῦ τὸ ἄτυφον καὶ ἀκενόδοξον. Ἀρξάμενος γὰρ, φησὶ, Πέτρος ἐξετίθετο αὐτοῖς καθεξῆς, λέγων· Ἐγὼ ἤμην ἐν πόλει Ἰόππῃ προσευχόμενος. Καὶ οὐ λέγει διὰ τί, οὐδὲ ἐπὶ ποίᾳ προφάσει. Καὶ εἶδον ἐν ἐκστάσει ὅραμα, καταβαῖνόν τι σκεῦος ὡς ὀθόνην μεγάλην τέσσαρσιν ἀρχαῖς καθιεμένην ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἦλθεν ἄχρις ἐμοῦ.
Μετάφραση
Μετά από τόσα γεγονότα, ήρθαν σε αντιδικία εκείνοι που προέρχονταν από την περιτομή, όχι οι απόστολοι. Τι σημαίνει «ήρθαν σε αντιδικία»; Σκανδαλίζονταν, λέει, όχι σε μικρό βαθμό. Και πρόσεξε τι προβάλλουν ως επιχείρημα. Δεν λένε: «Γιατί τους κήρυξες;», αλλά: «Γιατί έφαγες μαζί τους;». Ο Πέτρος, όμως, δεν στέκεται σε αυτό το ψυχρό επιχείρημα (διότι πράγματι ήταν ψυχρό), αλλά σε εκείνο το σπουδαίο, λέγοντας ότι: «Εάν έλαβαν και αυτοί το Πνεύμα, πώς ήταν δυνατόν να μην τους το μεταδώσω;». Πώς λοιπόν στην περίπτωση των Σαμαρειτών δεν έγινε αυτό, αλλά το αντίθετο; Διότι όχι μόνο δεν συνέβη πριν από το βάπτισμα, αλλά ούτε και μετά το βάπτισμα. Και δεν αγανάκτησαν, αλλά μάλλον, όταν το άκουσαν, έστειλαν αποστόλους για αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Αλλά ούτε και εδώ τον κατηγορούν για αυτό· διότι γνώριζαν ότι ήταν έργο της θείας χάριτος. Αλλά λένε: «Γιατί έφαγες μαζί τους;». Εξάλλου, είναι μεγάλη και άπειρη η διαφορά μεταξύ των Σαμαρειτών και των εθνικών. Ή συνέβη κατ' οικονομίαν το να κατηγορηθεί, ώστε να μάθουν αυτοί· διότι ο Πέτρος δεν θα μιλούσε άσκοπα. Πρόσεξε δε την ταπεινοφροσύνη και την απουσία κενοδοξίας του. Διότι, λέει, άρχισε ο Πέτρος και τους τα εξέθετε με τη σειρά, λέγοντας: «Εγώ βρισκόμουν στην πόλη Ιόππη και προσευχόμουν». Και δεν αναφέρει τον λόγο, ούτε με ποια αφορμή. «Και είδα σε έκσταση ένα όραμα: να κατεβαίνει κάποιο σκεύος, σαν μεγάλο σεντόνι, το οποίο κατέβαινε από τον ουρανό πιασμένο από τις τέσσερις άκρες, και ήρθε μέχρις εμένα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες