Ἦν δὲ ὁ Ἡρώδης θυμομαχῶν Τυρίοις καὶ Σιδωνίοις· ὁμοθυμαδόν τε παρῆσαν πρὸς αὐτὸν, καὶ πείσαντες Βλάστον τὸν ἐπὶ τοῦ κοιτῶνος τοῦ βασιλέως, ᾐτοῦντο εἰρήνην, διὰ τὸ διατρέφεσθαι αὐτῶν τὴν χώραν ἀπὸ τῆς βασιλικῆς. Τακτῇ δὲ ἡμέρᾳ ὁ Ἡρώδης ἐνδυσάμενος ἐσθῆτα βασιλικὴν, καὶ καθίσας ἐπὶ τοῦ βήματος ἐδημηγόρει πρὸς αὐτούς· ὁ δὲ δῆμος ἐπεφώνει· Θεοῦ φωνὴ καὶ οὐκ ἀνθρώπου. Παραχρῆμα δὲ αὐτὸν ἐπάταξεν ἄγγελος Κυρίου, ἀνθ᾽ ὧν οὐκ ἔδωκε δόξαν τῷ Θεῷ· καὶ γενόμενος σκωληκόβρωτος ἐξέψυξεν. Ὁ δὲ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε καὶ ἐπληθύνετο. Οὐ μικρὸν οὐδὲ τοῦτό ἐστιν. Εὐθέως ἡ δίκη κατέλαβεν αὐτὸν, εἰ καὶ μὴ διὰ Πέτρον, ἀλλὰ διὰ τὴν αὐτοῦ μεγαληγορίαν. Καὶ μὴν εἰ ἐκεῖνοι, φησὶν, ἐβόησαν, τί πρὸς τοῦτον; Ὅτι κατεδέξατο τὴν φωνὴν, ὅτι ἄξιον ἑαυτὸν ἐνόμισεν εἶναι τῆς κολακείας. Διὰ τούτου ἐκεῖνοι μάλιστα παιδεύονται οἱ κολακεύοντες εἰκῇ.
Μετάφραση
Ο δε Ηρώδης ήταν εξοργισμένος με τους Τυρίους και τους Σιδωνίους· αυτοί όμως παρουσιάστηκαν ομόθυμα ενώπιόν του και, αφού πήραν με το μέρος τους τον Βλάστο, τον επόπτη του βασιλικού κοιτώνα, ζητούσαν ειρήνη, επειδή η χώρα τους τρεφόταν από τη χώρα του βασιλιά. Κατά δε την ορισμένη ημέρα, ο Ηρώδης ντύθηκε με βασιλική ενδυμασία και, αφού κάθισε στο βήμα, τους απηύθυνε δημόσιο λόγο· ο δε λαός φώναζε επευφημώντας: «Θεού φωνή είναι αυτή και όχι ανθρώπου!». Αμέσως τότε τον χτύπησε άγγελος Κυρίου, επειδή δεν απέδωσε τη δόξα στον Θεό· και αφού καταφαγώθηκε από σκουλήκια, ξεψύχησε. Ο δε λόγος του Θεού αυξανόταν και διαδιδόταν. Ούτε αυτό είναι μικρό πράγμα. Αμέσως τον βρήκε η θεία δίκη, έστω και όχι εξαιτίας του Πέτρου, αλλά εξαιτίας της δικής του αλαζονείας. Και όμως, λέγει, εάν εκείνοι φώναζαν, τι φταίει αυτός; Επειδή αποδέχθηκε αυτή τη φωνή, επειδή θεώρησε τον εαυτό του άξιο αυτής της κολακείας. Μέσω αυτού του γεγονότος παραδειγματίζονται κυρίως εκείνοι που κολακεύουν άσκοπα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες