αʹ. Ὅρα πανταχοῦ τῆς εἰς τὰ ἔθνη μεταβάσεως ἀναγκαίαν τὴν ἀρχὴν ἀπ᾽ αὐτῶν εἰσαγομένην. Πρὸ τούτου ἐγκαλούμενος ἀπελογήσατο, καὶ ἐν τάξει ἀπολογίας τὸ πᾶν εἶπεν· ὅπερ εὐπαράδεκτον τὸν λόγον ἐποίει· ἔπειτα τῶν Ἰουδαίων ἀποστραφέντων, οὕτως ἦλθεν εἰς τὰ ἔθνη. Ἐνταῦθα πάλιν ἄλλην ἀμετρίαν ὁρῶν φερομένην, οὕτως ἵστησι τὸν νόμον. Ἐπειδὴ γὰρ, ἅτε παρὰ τοῦ Θεοῦ διδαχθέντες, ἀδιαφόρως διελέγοντο πᾶσι, τοῦτο εἰς ζῆλον ἤγαγε τοὺς ἀπὸ Ἰουδαίων. Καὶ οὐκ ἐδίδασκον ἁπλῶς περιτομὴν, ἀλλ᾽ ὅτι οὐδὲ σωθῆναι δύνασθε. Οὗ τοὐναντίον εὔκαιρον ἦν λέγειν, ὅτι περιτεμνόμενοι σωθῆναι οὐ δύνασθε. Ὁρᾷς συνεχεῖς τοὺς πειρασμοὺς ἔνδοθεν, ἔξωθεν; Καλῶς δὲ οἰκονομεῖται τοῦτο Παύλου παρόντος, ἵνα ἀντείπῃ. Καὶ οὐκ εἶπεν ὁ Παῦλος· Τί γάρ; οὐκ εἰμὶ ἀξιόπιστος ἀπὸ τοσούτων σημείων; ἀλλ᾽ ἐπείσθη δι᾽ ἐκείνους. Καὶ ὅρα μανθάνουσι λοιπὸν πάντες τὰ εἰς τὰ ἔθνη γεγενημένα καὶ Σαμαρεῖται, καὶ ἔχαιρον. Γενομένης οὖν στάσεως καὶ ζητήσεως οὐκ ὀλίγης τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Βαρνάβᾳ πρὸς αὐτοὺς, ἔταξαν ἀναβαίνειν τὸν Παῦλον καὶ Βαρνάβαν, καί τινας ἄλλους ἐξ αὐτῶν πρὸς τοὺς ἀποστόλους καὶ πρεσβυτέρους εἰς Ἱερουσαλὴμ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
Μετάφραση
1. Πρόσεξε παντού ότι η αναγκαία αρχή της μεταβάσεως προς τα έθνη εισάγεται από τους ίδιους. Πριν από αυτό, όταν κατηγορήθηκε, απολογήθηκε, και τα είπε όλα με τη μορφή απολογίας· πράγμα που καθιστούσε τον λόγο του ευπρόσδεκτο. Έπειτα, αφού οι Ιουδαίοι τον αποστράφηκαν, με αυτόν τον τρόπο στράφηκε προς τα έθνη. Εδώ πάλι, βλέποντας να εκδηλώνεται μια άλλη υπερβολή, ανακόπτει με τον ίδιο τρόπο τον νόμο. Διότι, επειδή ακριβώς είχαν διδαχθεί από τον Θεό και συναναστρέφονταν αδιακρίτως με όλους, αυτό προκάλεσε τον φθόνο εκείνων που προέρχονταν από τους Ιουδαίους. Και δεν δίδασκαν απλώς την περιτομή, αλλά έλεγαν ότι «ούτε να σωθείτε δεν μπορείτε». Ενώ, αντίθετα, θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να ειπωθεί ότι, εάν περιτέμνεστε, δεν μπορείτε να σωθείτε. Βλέπεις τους συνεχείς πειρασμούς από μέσα και από έξω; Και πολύ σωστά οικονομείται να συμβεί αυτό παρουσία του Παύλου, ώστε να φέρει αντίρρηση. Και ο Παύλος δεν είπε: «Τι λοιπόν; Δεν είμαι αξιόπιστος έπειτα από τόσα σημεία;», αλλά πείστηκε εξαιτίας τους. Και πρόσεξε ότι πλέον όλοι, ακόμη και οι Σαμαρείτες, μαθαίνουν όσα συνέβησαν στα έθνη, και χαίρονταν. Επειδή λοιπόν προκλήθηκε διένεξη και όχι μικρή συζήτηση μεταξύ του Παύλου και του Βαρνάβα με αυτούς, όρισαν να μεταβούν ο Παύλος και ο Βαρνάβας, καθώς και μερικοί άλλοι από αυτούς, προς τους αποστόλους και τους πρεσβυτέρους στα Ιεροσόλυμα σχετικά με αυτό το ζήτημα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες