Ἐκλεξάμενοι, εἶπεν, ἄνδρας ἐξ ἡμῶν. Εἶτα ἵνα μὴ δόξῃ διαβολὴ εἶναι Παύλου καὶ Βαρνάβα τὸ ἐκείνους ἀποσταλῆναι, ὅρα τὰ ἐγκώμια αὐτῶν· Ἀνθρώποις, φησὶ, παραδεδωκόσι τὰς ψυχὰς αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀπεστάλκαμεν οὖν Ἰούδαν καὶ Σίλαν, καὶ αὐτοὺς διὰ λόγου ἀπαγγέλλοντας τὰ αὐτά. Ἔδοξε γὰρ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν. Ἄρα οὐδὲν ἀνθρώπινον, εἰ Πνεύματι ταῦτα δοκεῖ. Μηδὲν πλέον ἐπιτίθεσθαι ὑμῖν βάρος. Πάλιν βάρος τὸν νόμον καλεῖ. Εἶτα καὶ ὑπὲρ αὐτῶν τούτων ἀπολογεῖται. Πλὴν τῶν ἐπάναγκες τούτων, ἀπέχεσθαι εἰδωλοθύτων καὶ πνικτοῦ καὶ πορνείας καὶ αἵματος, ἐξ ὧν διατηροῦντες ἑαυτοὺς, εὖ πράξετε. Ταῦτα ἡ Καινὴ οὐ διετάττετο· οὐδαμοῦ γὰρ περὶ τούτων διελέχθη ὁ Χριστός· ἀλλ᾽ ἀπὸ τοῦ νόμου ταῦτα λαμβάνουσι. Καὶ πνικτοῦ, φησίν. Ἐνταῦθα τὸν φόνον ἀνείργει. Οἱ μὲν οὖν ἀπολυθέντες, ἦλθον εἰς Ἀντιόχειαν, καὶ συναγαγόντες τὸ πλῆθος, ἐπέδωκαν τὴν ἐπιστολήν. Ἀναγνόντες δὲ, ἐχάρησαν ἐπὶ τῇ παρακλήσει. Εἶτα δηλῶν, ὅτι κἀκεῖνοι αὐτοὺς παρεκάλεσαν, ἐπήγαγεν· Ἰούδας τε καὶ Σίλας, καὶ αὐτοὶ προφῆται ὄντες, διὰ λόγου πολλοῦ παρεκάλεσαν τοὺς ἀδελφοὺς, καὶ ἐπεστήριξαν. Ποιήσαντες δὲ χρόνον, ἀπελύθησαν μετ᾽ εἰρήνης ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν πρὸς τοὺς ἀποστόλους.
Μετάφραση
«Αφού εκλέξαμε», είπε, «άνδρες από αναμεσά μας». Έπειτα, για να μη φανεί ότι η αποστολή εκείνων αποτελεί δυσφήμιση του Παύλου και του Βαρνάβα, δες τα εγκώμιά τους: «Σε ανθρώπους», λέει, «που έχουν παραδώσει τις ψυχές τους υπέρ του ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Στείλαμε, λοιπόν, τον Ιούδα και τον Σίλα, για να σας αναγγείλουν και αυτοί προφορικά τα ίδια. Διότι φάνηκε καλό στο Άγιο Πνεύμα και σε εμάς». Άρα, δεν υπάρχει τίποτε το ανθρώπινο, εάν το Πνεύμα τα εγκρίνει αυτά. «Να μη σας επιβληθεί κανένα επιπλέον βάρος». Πάλι ονομάζει τον νόμο βάρος. Έπειτα δικαιολογείται και για αυτά τα ίδια: «Εκτός από αυτά τα αναγκαία: να απέχετε από τα ειδωλόθυτα, από το πνικτό, από την πορνεία και από το αίμα· από τα οποία εάν προφυλάσσετε τους εαυτούς σας, θα πράξετε άριστα». Αυτά δεν τα όριζε η Καινή Διαθήκη· διότι πουθενά δεν μίλησε για αυτά ο Χριστός· αλλά τα λαμβάνουν από τον Νόμο. «Και από το πνικτό», λέει. Εδώ αποτρέπει τον φόνο. «Αυτοί λοιπόν, αφού αναχώρησαν, ήλθαν στην Αντιόχεια, και συγκεντρώνοντας το πλήθος, επέδωσαν την επιστολή. Όταν δε την ανέγνωσαν, χάρηκαν για την παράκληση». Έπειτα, δηλώνοντας ότι και εκείνοι τους παρακάλεσαν, πρόσθεσε: «Ο Ιούδας και ο Σίλας, επειδή ήταν και αυτοί προφήτες, με πολλά λόγια παρακάλεσαν τους αδελφούς και τους στήριξαν. Αφού δε παρέμειναν εκεί κάποιο διάστημα, απολύθηκαν με ειρήνη από τους αδελφούς προς τους αποστόλους».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες