Καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς, ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν, εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς, εἶπον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν, Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες, καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη, ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ῥωμαίοις οὖσι. Πανταχοῦ τὰ χρήματα αἴτια τῶν κακῶν. Ὢ τῆς ὠμότητος τῆς Ἑλληνικῆς! ἐβούλοντο δαιμονᾷν τὸ κοράσιον, ὥστε χρηματίζεσθαι. Ἐπιλαβόμενοι, φησὶ, τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν, ἔλεγον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν. Τί ποιήσαντες; διὰ τί οὖν μὴ πρὸ τούτου εἱλκύσατε; Ἰουδαῖοι, φησὶν, ὑπάρχοντες· οὕτω τὸ ὄνομα διεβέβλητο. Καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη, ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ῥωμαίοις οὖσιν. Εἰς καθοσίωσιν τὸ πρᾶγμα ἤγαγον. Καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ᾽ αὐτῶν.
Μετάφραση
Και βγήκε εκείνη την ώρα. Όταν δε είδαν οι κύριοί της ότι χάθηκε η ελπίδα του κέρδους τους, έπιασαν τον Παύλο και τον Σίλα και τους έσυραν στην αγορά ενώπιον των αρχόντων, και αφού τους οδήγησαν στους στρατηγούς, είπαν: «Αυτοί οι άνθρωποι αναστατώνουν την πόλη μας, επειδή είναι Ιουδαίοι, και κηρύσσουν έθιμα τα οποία δεν επιτρέπεται σε εμάς να τα αποδεχόμαστε ούτε να τα εφαρμόζουμε, εφόσον είμαστε Ρωμαίοι». Παντού τα χρήματα είναι τα αίτια των κακών. Ω, της ελληνικής ωμότητας! Ήθελαν να δαιμονίζεται το κορίτσι, για να κερδίζουν χρήματα. Έπιασαν, λέει, τον Παύλο και τον Σίλα και έλεγαν: Αυτοί οι άνθρωποι αναστατώνουν την πόλη μας. Τι έκαναν; Γιατί, λοιπόν, δεν τους σύρατε πριν από αυτό; Επειδή είναι Ιουδαίοι, λέει· τόσο πολύ είχε διαβληθεί αυτό το όνομα. Και κηρύσσουν έθιμα τα οποία δεν επιτρέπεται σε εμάς να τα αποδεχόμαστε ούτε να τα εφαρμόζουμε, εφόσον είμαστε Ρωμαίοι. Ανήγαγαν το ζήτημα σε έγκλημα καθοσιώσεως. Και ξεσηκώθηκε το πλήθος εναντίον τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες