Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον ὕμνουν τὸν Θεὸν, φησὶν, ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. Ξένον γὰρ ἐδόκει εἶναι καὶ παράδοξον. Ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου· ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα πᾶσαι αἱ θύραι, καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. Σεισμὸς ἐγένετο, ὥστε ἀφυπνισθῆναι ἐκεῖνον, καὶ αἱ θύραι ἀνεῴχθησαν, ὥστε θαυμάσαι τὸ γεγονός. Ταῦτα οἱ δεσμῶται οὐχ ἑώρων· ἦ γὰρ ἂν ἔφυγον ἅπαντες. Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ, καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους.
Μετάφραση
Κατά τα μεσάνυχτα υμνούσαν τον Θεό, λέει, και τους άκουγαν με προσοχή οι δέσμιοι. Διότι αυτό φαινόταν να είναι ξένο και παράδοξο. Ξαφνικά δε έγινε μεγάλος σεισμός, ώστε να σαλευθούν τα θεμέλια του δεσμωτηρίου· και αμέσως άνοιξαν όλες οι θύρες, και λύθηκαν τα δεσμά όλων. Έγινε σεισμός, ώστε να αφυπνισθεί εκείνος, και οι θύρες άνοιξαν, ώστε να θαυμάσει το γεγονός. Αυτά οι δέσμιοι δεν τα έβλεπαν· διότι διαφορετικά θα είχαν διαφύγει όλοι. Όταν δε ξύπνησε ο δεσμοφύλακας και είδε ανοικτές τις θύρες της φυλακής, έσυρε το ξίφος του και επρόκειτο να θανατώσει τον εαυτό του, νομίζοντας ότι οι δέσμιοι είχαν δραπετεύσει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες