Ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικεὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.» Ὁ πιστεύσας εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν, κατὰ τὴν τῶν ἀποστόλων παραίνεσιν, ὡς Θεῷ πιστεύσας ἠγαλλιάσατο πανοικεὶ πεπιστευκώς. Ἀλλ᾽ εἴπερ ἦν ποίημα καὶ κτίσμα ὁ Υἱὸς, κατὰ τὸν δυσσεβῆ τῶν αἱρετικῶν λόγον, διατί μὴ πρὸς γνῶσιν ἀληθῆ χειραγωγεῖται παρὰ τῶν ἀποστόλων ὁ δεσμοφύλαξ, ἀκούων· Οὐκ εἰς Θεὸν, ὦ οὗτος, ἐπίστευσας, ἀλλ᾽ εἰς ἕν τι τῶν ποιημάτων καὶ γενητῶν; Νυνὶ δὲ, τοῦτο μὲν εἰπόντες οὐ φαίνονται, ἦν δὲ μᾶλλον αὐτοῖς καὶ λίαν ἀποδεκτὸς ὡς ἄριστα διατιθέμενος, καὶ ἀληθῆ περὶ τῆς πίστεως τὴν διάληψιν ἔχων. Καὶ πῶς οὐκ ἤδη παντί τῳ σαφὲς, ὅτι Θεὸς κατὰ φύσιν ὁ Υἱός;
Μετάφραση
«Και αφού τους ανέβασε στο σπίτι του, παρέθεσε τραπέζι, και αγαλλίασε με όλη την οικογένειά του, επειδή πίστεψε στον Θεό.» Εκείνος που πίστεψε στον Κύριο Ιησού, σύμφωνα με την προτροπή των αποστόλων, αγαλλίασε με όλη την οικογένειά του, επειδή πίστεψε σε Αυτόν ως Θεό. Αλλά εάν ο Υιός ήταν δημιούργημα και κτίσμα, σύμφωνα με τον ασεβή λόγο των αιρετικών, γιατί ο δεσμοφύλακας δεν καθοδηγείται προς την αληθινή γνώση από τους αποστόλους, ακούγοντας: Δεν πίστεψες στον Θεό, ω άνθρωπε, αλλά σε ένα από τα δημιουργήματα και τα κτίσματα; Τώρα όμως, δεν φαίνεται να είπαν κάτι τέτοιο, αλλά μάλλον ήταν σε αυτούς πάρα πολύ αποδεκτός ως έχων άριστη διάθεση και έχοντας αληθινή αντίληψη περί της πίστεως. Και πώς δεν είναι πλέον σε όλους σαφές ότι ο Υιός είναι κατά φύσιν Θεός;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες