Ὃ δὲ μηδαμῆ ἐστιν, οὐδέ ἐστι πάντως. Μ. Καὶ ἡ διδάσκαλος ἠρέμα τοῖς ῥηθεῖσιν ἐπιστενάξασα, Τάχα που ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα, φησὶ, πρὸς τὸν Ἀπόστολον ἐν Ἀθήναις ποτὲ συστάντες προέφερον Στωϊκοί τε καὶ Ἐπικούρειοι. Καὶ γὰρ ἀκούω πρὸς ταῦτα μάλιστα τὸν Ἐπίκουρον ταῖς ὑπολήψεσι φέρεσθαι, ὡς τυχαία τις καὶ αὐτόματος ἡ τῶν ὄντων ὑπενοήθη φύσις, ὡς οὐδεμιᾶς προνοίας διὰ τῶν πραγμάτων διηκούσης.
Μετάφραση
Εκείνο δε που δεν βρίσκεται πουθενά, δεν υπάρχει καθόλου. Μ. Και η διδάσκαλος, αναστενάζοντας ελαφρά για όσα ειπώθηκαν, είπε: «Ίσως αυτά και τα παρόμοια να προέβαλαν κάποτε οι Στωικοί και οι Επικούρειοι, ερχόμενοι σε αντιπαράθεση με τον Απόστολο στην Αθήνα. Διότι πράγματι ακούω ότι κυρίως ο Επίκουρος παρασυρόταν σε αυτές τις αντιλήψεις, ώστε να υποθέτει τη φύση των όντων ως τυχαία και αυτόματη, σαν να μη διέπει τα πράγματα καμία απολύτως πρόνοια».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες