Ἢ οὐκ ἤκουσας τὸ, τί διεταξάμην τῷ νομοθέτῃ Μωσῇ· Ποίησόν μοι δύο Χερουβὶμ ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου, εἰς προμήνυσιν τῆς ἐμῆς εἰκόνος; Καὶ πάλιν, ὅτε με ἐπείραζον οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· «Διδάσκαλε, ἔξεστιν ἡμῖν δῶσαι κῆνσον τῷ Καίσαρι, ἢ οὔ;» εἶπον δὲ πρὸς αὐτούς· «Ὑποδείξατέ μοι νόμισμα,» καὶ λέγω ὑμῖν· Οἱ δὲ προσέφερόν μοι δηνάριον· καὶ λέγω πρὸς αὐτούς· «Τίνος εἰκὼν αὕτη καὶ ὑπογραφή;» Οἱ δὲ εἶπον· «Καίσαρος·» καὶ εἶπον πρὸς αὐτούς· «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος τῷ Καίσαρι, καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ.» Καὶ πάλιν πρὸς τὸν Πέτρον· «Πορεύου, βάλλε ἄγκιστρον εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ τὸν ἰχθὺν τὸν ἔχοντα ἀνελθεῖν, ἄνοιξον τὸ στόμα αὐτοῦ, καὶ εὑρήσεις στατῆρα· δὸς ἀντὶ ἐμοῦ καὶ σοῦ.» Τουτέστι, δὸς τὴν εἰκόνα τὴν ἐμὴν καὶ σὴν ἐν τῷ κόσμῳ. Ἢ οὐκ ἤκουσας τοῦ μνήστορός σου Παύλου λέγοντος· «Εἰ συμπάσχομεν, ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν;» καὶ πρὸς Ἀθηναίους· «Κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ. Περιερχόμενος τὰ σεβάσματα ὑμῶν, ἐν ᾧ βωμὸν εὗρον γράφοντα· Ἀγνώστῳ Θεῷ· καὶ ὂν ὑμεῖς ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ὑμῖν καταγγέλλω.» Καὶ πρὸς Γαλάτας· «Ὦ ἀνόητοι Γαλάται, τίς ὑμᾶς ἐβάσκανεν μὴ πείθεσθαι τῇ ἀληθείᾳ, οἷς κατ᾽ ὀφθαλμοὺς Ἰησοῦς Χριστὸς προεγράφη ἐν ὑμῖν, καὶ τοῦτο ἐσταυρωμένος;»
Μετάφραση
Ή δεν άκουσες αυτό που διέταξα στον νομοθέτη Μωυσή: «Φτιάξε μου δύο Χερουβείμ στη σκηνή του μαρτυρίου, ως προμήνυμα της δικής μου εικόνας»; Και πάλι, όταν με δοκίμαζαν οι Ιουδαίοι λέγοντας: «Δάσκαλε, επιτρέπεται να δώσουμε φόρο στον Καίσαρα, ή όχι;», εγώ τους είπα: «Δείξτε μου ένα νόμισμα», και σας λέω: Εκείνοι μου έφεραν ένα δηνάριο· και τους λέω: «Τίνος είναι αυτή η εικόνα και η επιγραφή;» Εκείνοι είπαν: «Του Καίσαρα»· και τους είπα: «Αποδώστε λοιπόν τα του Καίσαρα στον Καίσαρα, και τα του Θεού στον Θεό». Και πάλι προς τον Πέτρο: «Πήγαινε, ρίξε αγκίστρι στη θάλασσα, και στο ψάρι που θα ανέβει, άνοιξε το στόμα του, και θα βρεις έναν στατήρα· δώσε τον για εμένα και για εσένα». Δηλαδή, δώσε τη δική μου εικόνα και τη δική σου στον κόσμο. Ή δεν άκουσες τον μνήστορά σου Παύλο να λέει: «Εφόσον συμπάσχουμε, για να συνδοξαστούμε κιόλας;»· και προς τους Αθηναίους: «Κατά πάντα σας θεωρώ ιδιαιτέρως θρήσκους. Διότι, περιερχόμενος τα σεβάσματά σας, βρήκα και έναν βωμό που έγραφε: Στον Άγνωστο Θεό· αυτόν λοιπόν που εσείς χωρίς να γνωρίζετε λατρεύετε με ευσέβεια, αυτόν εγώ σας κηρύττω». Και προς τους Γαλάτες: «Ω ανόητοι Γαλάτες, ποιος σας βάσκανε ώστε να μην πείθεστε στην αλήθεια, εσάς, μπροστά στα μάτια των οποίων ο Ιησούς Χριστός παρουσιάστηκε ολοκάθαρα ανάμεσά σας, και μάλιστα εσταυρωμένος;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες