ΟΜΙΛΙΑ ΛΘʹ. Ἀκούσαντες δὲ ἀνάστασιν νεκρῶν, οἱ μὲν ἐχλεύαζον, οἱ δὲ εἶπον· Ἀκουσόμεθά σου πάλιν περὶ τούτου. Καὶ οὕτως ὁ Παῦλος ἐξῆλθεν ἐκ μέσου αὐτῶν. αʹ. Τί δήποτε πείσαντος οὕτως αὐτοῦ ὡς καὶ εἰπεῖν Ἀθηναίους, Ἀκουσόμεθά σου πάλιν περὶ τούτου, καὶ κινδύνων οὐκ ὄντων, ἐπείγεται τὰς Ἀθήνας ἀφεῖναι ὁ Παῦλος; Ἴσως ᾔδει οὐ μέγα ὀνήσων· ἄλλως τε καὶ ὑπὸ τοῦ Πνεύματος εἰς Κόρινθον ἤγετο. Τινὲς δὲ ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ, ἐπίστευσαν, ἐν οἷς καὶ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, καὶ γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις, καὶ ἕτεροι σὺν αὐτοῖς. Μετὰ δὲ ταῦτα χωρισθεὶς ὁ Παῦλος ἐκ τῶν Ἀθηνῶν, ἦλθεν εἰς Κόρινθον. Καὶ εὑρών τινα Ἰουδαῖον ὀνόματι Ἀκύλαν, Ποντικὸν τῷ γένει, προσφάτως ἐληλυθότα ἀπὸ τῆς Ἰταλίας, καὶ Πρίσκιλλαν γυναῖκα αὐτοῦ (διὰ τὸ διατεταχέναι Κλαύδιον χωρίζεσθαι πάντας τοὺς Ἰουδαίους ἐκ τῆς Ῥώμης), προσῆλθεν αὐτοῖς· καὶ διὰ τὸ ὁμότεχνον εἶναι, ἔμεινε παρ᾽ αὐτοῖς, καὶ εἰργάζετο· ἦσαν γὰρ σκηνοποιοὶ τῇ τέχνῃ. Εἰκότως εἰς Κόρινθον, ὡς ἔφην, ὑπὸ τοῦ Πνεύματος ἤγετο, ἐν ᾗ μένειν ἔδει. Οἱ γὰρ Ἀθηναῖοι, καίτοι ξένης ὄντες ἀκροάσεως ἐρασταὶ, ὅμως οὐ προσεῖχον· οὐ γὰρ τοῦτο ἐσπούδαζον, ἀλλ᾽ ὥστε ἀεί τι ἔχειν εἰπεῖν· ὅπερ αὐτοὺς καὶ ἀποσχέσθαι ἐποίησεν.
Μετάφραση
ΟΜΙΛΙΑ ΛΘ΄. Όταν όμως άκουσαν για ανάσταση νεκρών, άλλοι μεν χλεύαζαν, άλλοι δε είπαν: «Θα σε ακούσουμε πάλι γι' αυτό». Και έτσι ο Παύλος αναχώρησε από ανάμεσά τους. α΄. Για ποιο λόγο άραγε, ενώ τους είχε πείσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να πουν οι Αθηναίοι: «Θα σε ακούσουμε πάλι γι' αυτό», και ενώ δεν υπήρχαν κίνδυνοι, ο Παύλος βιάζεται να εγκαταλείψει την Αθήνα; Ίσως γνώριζε ότι δεν επρόκειτο να ωφελήσει και πολύ· άλλωστε οδηγούνταν και από το Πνεύμα στην Κόρινθο. Μερικοί όμως άνδρες προσκολλήθηκαν σε αυτόν και πίστεψαν, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, και μία γυναίκα με το όνομα Δάμαρις, και άλλοι μαζί τους. Μετά από αυτά, αφού αναχώρησε ο Παύλος από την Αθήνα, ήλθε στην Κόρινθο. Και αφού βρήκε κάποιον Ιουδαίο ονόματι Ακύλα, Πόντιο στην καταγωγή, ο οποίος είχε έλθει πρόσφατα από την Ιταλία, και την Πρίσκιλλα τη γυναίκα του (επειδή ο Κλαύδιος είχε διατάξει να αναχωρήσουν όλοι οι Ιουδαίοι από τη Ρώμη), τους πλησίασε· και επειδή ασκούσαν την ίδια τέχνη, έμεινε κοντά τους και εργαζόταν· διότι ήταν σκηνοποιοί στο επάγγελμα. Εύλογα, όπως είπα, οδηγούνταν στην Κόρινθο από το Πνεύμα, όπου και έπρεπε να παραμείνει. Διότι οι Αθηναίοι, καίτοι ήταν λάτρεις των καινοφανών ακροαμάτων, εντούτοις δεν έδιναν προσοχή· διότι δεν επιδίωκαν αυτό, αλλά το να έχουν πάντοτε κάτι να λένε· πράγμα που τους έκανε και να απέχουν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες