Ὅρα διὰ πόσων αὐτὸν πείθει, καὶ πῶς ὃ μάλιστα αὐτὸν ᾕρει, τοῦτο ὕστερον αὐτῷ λέγει· Ὅτι λαὸς ἔστι μοι πολὺς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ. Πῶς οὖν συνεπέθεντο αὐτῷ, εἴποι τις ἄν; Καὶ μὴν οὐδὲν ἴσχυσαν, ἀλλ᾽ ἤγαγον αὐτὸν μόνον πρὸς τὸν ἀνθύπατον. Ἐκάθισέ τε ἐνιαυτὸν καὶ μῆνας ἓξ, διδάσκων ἐν αὐτοῖς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. Γαλλίωνος δὲ ἀνθυπατεύοντος τῆς Ἀχαΐας, κατεπέστησαν ὁμοθυμαδὸν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ Παύλῳ, καὶ ἤγαγον αὐτὸν ἐπὶ τὸ βῆμα, λέγοντες, ὅτι Παρὰ τὸν νόμον οὗτος ἀναπείθει τοὺς ἀνθρώπους σέβεσθαι τὸν Θεόν. Ὁρᾷς διὰ τί ἐκεῖνοι ἀεὶ δημοσίᾳ ἔπλεκον κατηγορήματα; Ὅρα γοῦν ἐνταῦθα εἰπόντων τούτων, ὅτι παρὰ τὸν νόμον ἀναπείθει τοὺς ἀνθρώπους σέβεσθαι τὸν Θεὸν, οὐδὲν τούτων ἐμέλησε τῷ ἀνθυπάτῳ, ἀλλ᾽ ὑπὲρ Παύλου μᾶλλον ἀπολογεῖται. Καὶ ἄκουε πῶς ἀποκρίνεται· Εἰ μὲν ἦν τῶν τῆς πόλεως ἁπτόμενον ἀδίκημά τι ἢ ῥᾳδιούργημα πονηρὸν, ὦ Ἰουδαῖοι, κατὰ λόγον ἂν ἠνεσχόμην ὑμῶν. Ἐπιεικής τις ἄνθρωπος οὗτος εἶναί μοι δοκεῖ· καὶ δῆλον ἐξ ὧν ἀποκρίνεται συνετῶς. Μέλλοντος δὲ τοῦ Παύλου, φησὶν, ἀνοίγειν τὸ στόμα, εἶπεν ὁ Γαλλίων πρὸς τοὺς Ἰουδαίους· εἰ μὲν ἦν ἀδίκημά τι ἢ ῥᾳδιούργημα πονηρὸν, ὦ Ἰουδαῖοι, κατὰ λόγον ἂν ἠνεσχόμην ὑμῶν· εἰ δὲ ζήτημά ἐστι περὶ λόγου καὶ ὀνομάτων καὶ νόμου τοῦ καθ᾽ ὑμᾶς, ὄψεσθε αὐτοί· κριτὴς γὰρ ἐγὼ τούτων οὐ βούλομαι εἶναι. Καὶ ἀπήλασεν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος.
Μετάφραση
Δες με πόσα επιχειρήματα τον πείθει, και πώς εκείνο που τον προσέλκυε περισσότερο, του το λέει στο τέλος: «Διότι έχω λαό πολύ σε αυτήν την πόλη». «Πώς, λοιπόν, του επιτέθηκαν όλοι μαζί;» θα μπορούσε να πει κανείς. Και όμως δεν πέτυχαν τίποτα, παρά μόνο τον οδήγησαν στον ανθυπάτο. Και παρέμεινε έναν χρόνο και έξι μήνες, διδάσκοντας σε αυτούς τον λόγο του Θεού. Όταν δε ανθυπάτευε ο Γαλλίων στην Αχαΐα, οι Ιουδαίοι επιτέθηκαν ομοθυμαδόν κατά του Παύλου και τον οδήγησαν στο δικαστικό βήμα, λέγοντας ότι: «Αυτός πείθει τους ανθρώπους να σέβονται τον Θεό αντίθετα προς τον νόμο». Βλέπεις για ποιον λόγο εκείνοι πάντοτε έπλεκαν κατηγορίες δημοσίως; Δες, λοιπόν, εδώ ότι, παρόλο που αυτοί είπαν πως παρά τον νόμο πείθει τους ανθρώπους να σέβονται τον Θεό, τίποτε από αυτά δεν απασχόλησε τον ανθυπάτο, αλλά μάλλον υπερασπίζεται τον Παύλο. Και άκου πώς αποκρίνεται: «Εάν μεν, ω Ιουδαίοι, υπήρχε κάποιο αδίκημα που να αφορά την πόλη ή κάποια πονηρή ραδιουργία, ευλόγως θα σας ανεχόμουν». Επιεικής μου φαίνεται πως είναι αυτός ο άνθρωπος· και τούτο καθίσταται φανερό από το ότι αποκρίνεται με σύνεση. Ενώ δε ο Παύλος, λέγει, επρόκειτο να ανοίξει το στόμα του, είπε ο Γαλλίων προς τους Ιουδαίους: «Εάν μεν, ω Ιουδαίοι, υπήρχε κάποιο αδίκημα ή κάποια πονηρή ραδιουργία, ευλόγως θα σας ανεχόμουν· εάν όμως πρόκειται για ζήτημα περί λόγου και ονομάτων και του δικού σας νόμου, θα το τακτοποιήσετε μόνοι σας· διότι εγώ δεν επιθυμώ να είμαι κριτής αυτών». Και τους έδιωξε από το βήμα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες