Διὰ τοῦτο οἰκονομεῖται τοῦτον ὡς δέσμιον ἀπαχθῆναι ἐκεῖ, ἵνα μὴ ὡς Ἰουδαῖος ἀπελαύνηται, ἀλλ᾽ ὡς ὑπὸ τῇ τάξει πράττων καὶ φυλάττηται ἐκεῖ. Καὶ ἔμεινε, φησὶ, παρ᾽ αὐτοῖς. Βαβαὶ, ποῖον δικαίωμα τοῦ συνοικῆσαι εὗρεν! Ἐπειδὴ γὰρ ἐνταῦθα μάλιστα ἔδει αὐτὸν μὴ λαβεῖν, καθώς φησιν, Ἵνα ἐν ᾧ καυχῶνται εὑρεθῶσι καθὼς καὶ ἡμεῖς, οἰκονομεῖται αὐτὸν μένειν ἐκεῖ. Διελέγετο δὲ ἐν τῇ συναγωγῇ κατὰ πᾶν σάββατον, ἔπειθέ τε Ἰουδαίους καὶ Ἕλληνας. Ὡς δὲ κατῆλθον ἀπὸ τῆς Μακεδονίας ὅ τε Σίλας καὶ ὁ Τιμόθεος, συνείχετο τῷ Πνεύματι ὁ Παῦλος διαμαρτυρόμενος τοῖς Ἰουδαίοις τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν. Τουτέστιν, ἐπηρέαζον αὐτῷ, ἐφίσταντο αὐτῷ. Ἀλλ᾽ οἱ μὲν οὕτω· τί δὲ ὁ Παῦλος; Ἀφίσταται αὐτῶν, καὶ μετὰ πολλοῦ τοῦ φόβου. Οὐκ ἔτι γὰρ ὑμῖν, φησὶν, ἦν ἀναγκαῖον λαληθῆναι τὸν λόγον· ἀλλὰ καὶ αἰνίττεται αὐτούς. Ἀντιτασσομένων δὲ αὐτῶν καὶ βλασφημούντων, ἐκτιναξάμενος τὰ ἱμάτια, εἶπε πρὸς αὐτούς· Τὸ αἷμα ὑμῶν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ὑμῶν. Καθαρὸς ἐγὼ, ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς τὰ ἔθνη πορεύσομαι. Καὶ μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς οἰκίαν τινὸς ὀνόματι Ἰούστου σεβομένου τὸν Θεὸν, οὗ ἡ οἰκία ἦν συνομοροῦσα τῇ συναγωγῇ.
Μετάφραση
Γι' αυτόν τον λόγο, κατά θεία οικονομία οδηγείται εκεί ως δέσμιος, ώστε να μην αποδιωχθεί ως Ιουδαίος, αλλά να θεωρηθεί ότι ενεργεί υπό εξουσία και να προστατεύεται εκεί. Και έμεινε, λέει, κοντά τους. Ω, τι δικαιολογία βρήκε για να συγκατοικήσει μαζί τους! Επειδή δηλαδή ακριβώς εκεί έπρεπε κατεξοχήν να μη λάβει αμοιβή, καθώς λέει: «Ώστε σε εκείνο για το οποίο καυχώνται να βρεθούν όπως ακριβώς και εμείς», οικονομείται το να μείνει εκεί. Διαλεγόταν δε στη συναγωγή κάθε Σάββατο, και έπειθε Ιουδαίους και Έλληνες. Όταν δε κατέβηκαν από τη Μακεδονία ο Σίλας και ο Τιμόθεος, ο Παύλος διακατεχόταν από το Πνεύμα, διαμαρτυρόμενος προς τους Ιουδαίους ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός. Δηλαδή, τον ενοχλούσαν και στρέφονταν εναντίον του. Αλλά αυτοί μεν συμπεριφέρονταν έτσι· τι κάνει όμως ο Παύλος; Απομακρύνεται από αυτούς, και μάλιστα με πολύ φόβο. Διότι, λέει, δεν ήταν πλέον αναγκαίο να κηρυχθεί σε εσάς ο λόγος· αλλά τους αφήνει και υπαινιγμούς. Επειδή δε εκείνοι αντιτάσσονταν και βλασφημούσαν, τίναξε τα ενδύματά του και τους είπε: «Το αίμα σας ας πέσει πάνω στο κεφάλι σας. Εγώ είμαι καθαρός από ευθύνη, από τώρα θα πορευθώ προς τα έθνη». Και αναχωρώντας από εκεί, ήλθε στην οικία κάποιου ονόματι Ιούστου, ο οποίος σεβόταν τον Θεό, και του οποίου η οικία συνόρευε με τη συναγωγή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες