Ἐπιγνόντες δὲ, ὅτι Ἰουδαῖός ἐστι, φωνὴ ἐγένετο μία ἐκ πάντων, ὡς ἐπὶ ὥρας δύο κραζόντων· Μεγάλη ἡ Ἄρτεμις Ἐφεσίων. Παιδικὴ ὄντως ἡ διάνοια· καθάπερ φοβούμενοι, μὴ σβεσθῇ τὸ σέβας αὐτῶν, συνεχῶς ἐβόων. Δύο ἔτη ἐκάθισεν ἐκεῖ, καὶ ὅρα πόσοι ἔτι Ἕλληνες ἦσαν. Καταστείλας δὲ ὁ γραμματεὺς τὸν ὄχλον, φησίν· Ἄνδρες Ἐφέσιοι, τίς γάρ ἐστιν ἄνθρωπος, ὃς οὐ γινώσκει τὴν Ἐφεσίων πόλιν νεωκόρον οὖσαν τῆς μεγάλης θεᾶς Ἀρτέμιδος καὶ τοῦ Διοπετοῦς; Τούτῳ πρώτῳ τὸν θυμὸν αὐτῶν ἔσβεσε.
Μετάφραση
Όταν όμως αντιλήφθηκαν ότι είναι Ιουδαίος, υψώθηκε μία φωνή από όλους, οι οποίοι φώναζαν επί δύο περίπου ώρες: Μεγάλη είναι η Άρτεμις των Εφεσίων. Παιδαριώδης πράγματι ήταν η νοοτροπία τους· φώναζαν συνεχώς, σαν να φοβούνταν μήπως σβήσει το σέβας τους. Δύο χρόνια παρέμεινε εκεί, και πρόσεξε πόσοι ήταν ακόμη οι Έλληνες. Αφού δε ο γραμματέας κατεύνασε το πλήθος, είπε: Άνδρες Εφέσιοι, ποιος άνθρωπος υπάρχει που να μη γνωρίζει ότι η πόλη των Εφεσίων είναι νεωκόρος της μεγάλης θεάς Αρτέμιδος και του Διοπετούς; Με αυτόν τον λόγο πρωτίστως έσβησε τον θυμό τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες