ζʹ. Σὺ δὲ καὶ ἑτέρωθεν σκόπει, πῶς οὐκ ἔστι πιθανὴ ἡ κατηγορία. Τότε μὲν γὰρ παρὰ τὴν ἀρχὴν, ὅτε ἔλεγε· Τοῦτον τὸν Ἰησοῦν, ὃν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε, ἀνέστησεν ὁ Θεὸς, λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου, τότε μεταξὺ ἐχθρῶν ἦν, ἔτι φονώντων, ἔτι τῷ θυμῷ ζεόντων, ἔτι βουλομένων διασπάσασθαι τοὺς μαθητάς. Ἤκμαζε γὰρ αὐτοῖς ἔτι τὸ πάθος, καὶ ᾤδει ἡ διάνοια τῷ θυμῷ. Νυνὶ δὲ, ὅτε ταῦτα Παῦλος ἔγραφεν, ἑπτὰ καὶ δέκατον ἔτος εἶχε τὸ κήρυγμα. Εἰπὼν γάρ· Μετὰ τρία ἔτη ἀνέβην εἰς Ἱεροσόλυμα, λέγει πάλιν, ὅτι Μετὰ δεκατέσσαρα ἔτη ἀνέβην εἰς Ἱεροσόλυμα. Ὁ τοίνυν τότε ἐν προοιμίοις τοῦ κηρύγματος μὴ φοβηθεὶς, νῦν μετὰ χρόνον τοσοῦτον φοβεῖται; ὁ ἐν Ἱεροσολύμοις μὴ δείσας, ἐν Ἀντιοχείᾳ δέδοικεν; ὁ, πολεμίων κυκλωσάντων αὐτὸν, μὴ πτοηθεὶς τότε, νῦν οὐδὲ πολεμίων παρόντων, ἀλλὰ πιστῶν καὶ μαθητῶν, ἀγωνιᾷ, καὶ δέδοικε, καὶ οὐκ ὀρθοποδεῖ; Καὶ πῶς ἂν ἔχοι ταῦτα λόγον, ἀναπτομένης μὲν τῆς πυρᾶς καὶ εἰς ὕψος ἐγειρομένης κατατολμᾷν, σβεσθεῖσαν δὲ καὶ γενομένην τέφραν δεδοικέναι καὶ τρέμειν; Εἰ δειλὸς ἦν καὶ ἄνανδρος ὁ Πέτρος, ἐν ἀρχῇ τοῦ κηρύγματος, ἐν τῇ μητροπόλει τῶν Ἰουδαίων, ὅπου πάντες ἦσαν οἱ πολέμιοι, τότε ἂν ἔδεισεν, οὐ μετὰ χρόνον τοσοῦτον ἐν τῇ χριστιανικωτάτῃ πόλει, οὐδὲ φίλων καὶ γνησίων παρόντων.
Μετάφραση
ζʹ. Εσύ όμως εξέτασε και από άλλη πλευρά, πώς δεν είναι πειστική η κατηγορία. Διότι τότε μεν, στην αρχή, όταν έλεγε: «Αυτόν τον Ιησού, τον οποίο εσείς σταυρώσατε, τον ανέστησε ο Θεός, λύνοντας τις ωδίνες του θανάτου», τότε βρισκόταν ανάμεσα σε εχθρούς, οι οποίοι διψούσαν ακόμη για φόνο, έβραζαν ακόμη από θυμό και ήθελαν ακόμη να κατασπαράξουν τους μαθητές. Επειδή βρισκόταν ακόμη στην ακμή του το πάθος τους, και η διάνοιά τους ήταν διογκωμένη από τον θυμό. Τώρα όμως, όταν ο Παύλος έγραφε αυτά, το κήρυγμα βρισκόταν ήδη στο δέκατο έβδομο έτος. Διότι, αφού είπε: «Μετά από τρία έτη ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα», λέει πάλι ότι «Μετά από δεκατέσσερα έτη ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα». Αυτός λοιπόν που δεν φοβήθηκε τότε στο ξεκίνημα του κηρύγματος, τώρα μετά από τόσο χρόνο φοβάται; Αυτός που δεν δείλιασε στα Ιεροσόλυμα, φοβάται στην Αντιόχεια; Αυτός που δεν πτοήθηκε τότε, όταν τον περικύκλωναν οι εχθροί, τώρα που δεν είναι παρόντες εχθροί, αλλά πιστοί και μαθητές, αγωνιά και φοβάται και δεν ορθοποδεί; Και πώς θα είχαν λογική αυτά, όταν δηλαδή η φωτιά άναβε και υψωνόταν προς τα πάνω να δείχνει τόλμη, ενώ όταν αυτή έσβησε και έγινε στάχτη να φοβάται και να τρέμει; Εάν ο Πέτρος ήταν δειλός και άνανδρος, στην αρχή του κηρύγματος, στη μητρόπολη των Ιουδαίων, όπου όλοι ήταν εχθροί, τότε θα έπρεπε να είχε φοβηθεί, και όχι μετά από τόσο χρόνο στην πλέον χριστιανική πόλη, ούτε ενώ ήταν παρόντες γνήσιοι φίλοι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες