Εἶπεν, ὅτι Εἰσελεύσονται λύκοι βαρεῖς· εἶπεν, ὅτι Καθαρὸς ἐγὼ ἀπὸ τοῦ αἵματος πάντων· ταῦτα ἑκάτερα φοβερὰ καὶ ἱκανὰ λυπῆσαι· μάλιστα δὲ πλέον πάντων τοῦτο αὐτοὺς ὠδίνησε, τὸ μηκέτι ὁρᾷν ἀκοῦσαι αὐτόν· καὶ τοῦτο ἐποίει τὸν πόλεμον χαλεπόν. Προέπεμπον δὲ, φησὶν, αὐτὸν εἰς τὸ πλοῖον. Οὕτως ἐφίλουν αὐτὸν, οὕτω διέκειντο περὶ αὐτόν. Ὡς δὲ ἐγένετο ἀναχθῆναι ἡμᾶς ἀποσπασθέντας ἀπ᾽ αὐτῶν, εὐθυδρομήσαντες ἤλθομεν εἰς τὴν Κῶν, τῇ δὲ ἑξῆς εἰς Ῥόδον, κἀκεῖθεν εἰς Πάταρα. Καὶ εὑρόντες πλοῖον διαπερῶν εἰς Φοινίκην, ἐπιβάντες ἀνήχθημεν. Ἀναφανέντες δὲ τὴν Κύπρον, καὶ καταλιπόντες αὐτὴν εὐώνυμον, ἐπλέομεν εἰς Συρίαν, καὶ κατήχθημεν εἰς Τύρον. Ὅρα, ἦλθεν εἰς Λυκίαν, καὶ διαπερῶν εἰς Φοινίκην, τὴν Κύπρον ἀφεὶς, εἰς Τύρον κατέπλευσεν· ἐκεῖσε γὰρ ἦν τὸ πλοῖον ἀποφορτιζόμενον τὸν γόμον.
Μετάφραση
Είπε ότι «θα εισέλθουν λύκοι βαρείς»· είπε ότι «Εγώ είμαι καθαρός από το αίμα όλων»· αυτά και τα δύο είναι φοβερά και ικανά να προκαλέσουν λύπη. Περισσότερο όμως από όλα τούτο τους προκάλεσε οδύνη, το να ακούσουν από τον ίδιο ότι δεν πρόκειται να τον δουν πλέον· και αυτό έκανε τον πόλεμο της ψυχής τους σκληρό. «Τον κατευόδωναν δε», λέει, «στο πλοίο». Τόσο πολύ τον αγαπούσαν, τέτοια αισθήματα έτρεφαν γι' αυτόν. «Όταν δε, αφού αποχωριστήκαμε από αυτούς, αποπλεύσαμε, πλέοντας κατευθείαν ήλθαμε στην Κω, την επομένη στη Ρόδο και από εκεί στα Πάταρα. Και αφού βρήκαμε πλοίο που περνούσε στη Φοινίκη, επιβιβαστήκαμε και αποπλεύσαμε. Όταν δε φάνηκε η Κύπρος, και την αφήσαμε στα αριστερά, πλέαμε προς τη Συρία και καταπλεύσαμε στην Τύρο». Δες, ήλθε στη Λυκία και, περνώντας προς τη Φοινίκη, αφήνοντας την Κύπρο, κατέπλευσε στην Τύρο· διότι εκεί το πλοίο επρόκειτο να ξεφορτώσει το φορτίο του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες