Ὅρα τὸν Παῦλον· οὐ λέγει, Καὶ μὴν δύναμαι Τιμόθεον παραγαγεῖν, ὃν περιέτεμον· καὶ μὴν δύναμαι πεῖσαι τῷ λόγῳ· ἀλλ᾽ ἐπείσθη αὐτοῖς, καὶ πάντα ἐποίησε· καὶ γὰρ οὕτω συνέφερεν. Οὐ γὰρ ἦν ἴσον εἰς ἀπολογίαν καταστῆναι, καὶ οὐδενὸς εἰδότος ποιῆσαι ταῦτα. Ἀνύποπτον ἦν τὸ καὶ δαπανᾶσθαι. Τότε παραλαβὼν ὁ Παῦλος τοὺς ἄνδρας, καὶ τῇ ἐχομένῃ ἡμέρᾳ σὺν αὐτοῖς ἁγνισθεὶς εἰσῄει εἰς τὸ ἱερὸν, διαγγέλλων τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγνισμοῦ, ἕως οὗ προσηνέχθη ὑπὲρ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν ἡ προσφορά. Διαγγέλλων, τουτέστι, καταγγέλλων ὥστε αὐτὸς ἦν ὁ δῆλον ἑαυτὸν ποιῶν. Ὡς δὲ ἔμελλον αἱ ἑπτὰ ἡμέραι συντελεῖσθαι.
Μετάφραση
Πρόσεξε τον Παύλο· δεν λέει: «Και όμως μπορώ να παρουσιάσω τον Τιμόθεο, τον οποίο περιέτεμα» ούτε «και όμως μπορώ να τους πείσω με τα λόγια»· αλλά πείστηκε από αυτούς και τα έπραξε όλα· διότι αυτό ήταν το ωφέλιμο. Επειδή δεν ήταν το ίδιο να φτάσει στο σημείο να απολογείται, με το να πράξει αυτά τα πράγματα χωρίς να το γνωρίζει κανείς. Το γεγονός ότι ανέλαβε και τα έξοδα δεν άφηνε καμία υποψία. «Τότε ο Παύλος, αφού παρέλαβε τους άνδρες, την επόμενη ημέρα αγνίστηκε μαζί τους και εισήλθε στο ιερό, αναγγέλλοντας την εκπλήρωση των ημερών του αγνισμού, μέχρις ότου προσφερθεί η προσφορά για τον καθένα από αυτούς». «Αναγγέλλοντας», δηλαδή γνωστοποιώντας, ώστε ο ίδιος καθιστούσε φανερό τον εαυτό του. Όταν δε επρόκειτο να συμπληρωθούν οι επτά ημέρες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες