Καὶ ἀπὸ τοῦ τόπου πολλὴ ἡ εὐκολία, τὸ καὶ ὑψηλὸν ὄντα δημηγορεῖν καὶ δεδεμένον. Τί τούτου ἴσον τοῦ θεάματος, δυσὶν ἁλύσεσι δεδεμένον ἰδεῖν Παῦλον δημηγοροῦντα; πῶς οὐκ ἐταράχθη, πῶς οὐ συνεχύθη, τοσοῦτον δῆμον ἐκπεπολεμωμένον ὁρῶν τοῦ ἄρχοντος ἐφεστῶτος; Πρότερον ἀπέστησεν αὐτοὺς τοῦ θυμοῦ, εἶτα διαλέγεται· καὶ ὅρα πῶς φρονίμως. Ὅπερ γὰρ ἐν τῇ πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολῇ ἐποίησε, τοῦτο καὶ ἐνταῦθα· πρῶτον τῇ συγγενείᾳ τῆς φωνῆς αὐτοὺς ἐπισπᾶται· εἶτα αὐτῷ τῷ ἡμέρῳ· διὸ καὶ τοῦτο δηλῶν ἐπάγει· Πολλῆς δὲ σιγῆς γενομένης, προσεφώνησε, φησὶ, τῇ Ἑβραΐδι διαλέκτῳ λέγων· Ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατέ μου τῆς πρὸς ὑμᾶς νῦν ἀπολογίας.
Μετάφραση
Και από τον τόπο προέκυπτε μεγάλη διευκόλυνση, το να δημηγορεί δηλαδή όντας σε ύψωμα και δεμένος. Ποιο θέαμα μπορεί να συγκριθεί με αυτό, το να βλέπει κανείς τον Παύλο να δημηγορεί δεμένος με δύο αλυσίδες; Πώς δεν ταράχθηκε, πώς δεν συγχύστηκε, βλέποντας ένα τόσο μεγάλο και εξαγριωμένο πλήθος, ενώ παρίστατο και ο άρχοντας; Πρώτα τους απομάκρυνε από τον θυμό, και έπειτα τους απευθύνει τον λόγο· και πρόσεξε με πόση σύνεση. Διότι ό,τι ακριβώς έκανε στην προς Εβραίους επιστολή, αυτό κάνει και εδώ: πρώτα τους προσελκύει με την οικειότητα της γλώσσας, και έπειτα με την ίδια του την ηπιότητα· γι' αυτό και για να το δηλώσει αυτό προσθέτει: «Όταν δε επικράτησε μεγάλη σιγή, τους προσφώνησε», λέγει, «στην εβραϊκή διάλεκτο λέγοντας: Άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούστε τώρα την απολογία μου προς εσάς».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες