Ὅρα, καὶ αὐτὸς μαρτυρεῖ, ὅτι ἐδιώκετο. Οἱ δὲ σὺν ἐμοὶ ὄντες τὸ μὲν φῶς ἐθεάσαντο, καὶ ἔμφοβοι ἐγένοντο, τὴν δὲ φωνὴν οὐκ ἤκουσαν τοῦ λαλοῦντός μοι. Εἶπον δέ· Τί ποιήσω, Κύριε; Ὁ δὲ Κύριος εἶπε πρός με· Ἀναστὰς πορεύου εἰς Δαμασκὸν, κἀκεῖ σοι λαληθήσεται τί σε δεῖ ποιῆσαι. Ὡς δὲ οὐκ ἐνέβλεπον ἀπὸ τῆς δόξης τοῦ φωτὸς ἐκείνου, χειραγωγούμενος ὑπὸ τῶν συνόντων μοι, ἦλθον εἰς Δαμασκόν. Ἀνανίας δέ τις ἀνὴρ εὐλαβὴς κατὰ τὸν νόμον, μαρτυρούμενος ὑπὸ πάντων τῶν ἐν Δαμασκῷ Ἰουδαίων, ἐλθὼν πρός με καὶ ἐπιστὰς, εἶπέ μοι· Σαοὺλ ἀδελφὲ, ἀνάβλεψον. Κἀγὼ αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἀνέβλεψα εἰς αὐτόν. Εἴσελθε, φησὶν, εἰς τὴν πόλιν, κἀκεῖ σοι λαληθήσεται τί σε δεῖ ποιῆσαι.
Μετάφραση
Δες, και ο ίδιος μαρτυρεί ότι διωκόταν. Όσοι δε βρίσκονταν μαζί μου, είδαν μεν το φως και κυριεύθηκαν από φόβο, αλλά δεν άκουσαν τη φωνή εκείνου που μου μιλούσε. Και είπα: Τι να πράξω, Κύριε; Ο δε Κύριος μου είπε: Σήκω και πορεύσου στη Δαμασκό, και εκεί θα σου ειπωθεί τι πρέπει να πράξεις. Καθώς δε δεν μπορούσα να δω εξαιτίας της δόξας εκείνου του φωτός, οδηγήθηκα από το χέρι από εκείνους που με συνόδευαν και έφθασα στη Δαμασκό. Κάποιος δε Ανανίας, άνδρας ευλαβής σύμφωνα με τον νόμο, για τον οποίο έδιναν καλή μαρτυρία όλοι οι Ιουδαίοι της Δαμασκού, ήλθε προς εμένα και, αφού στάθηκε μπροστά μου, μου είπε: Σαούλ αδελφέ, ανάβλεψε. Και εγώ εκείνη ακριβώς την ώρα ανέβλεψα προς αυτόν. Είσελθε, λέγει, στην πόλη, και εκεί θα σου ειπωθεί τι πρέπει να πράξεις.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες