ΟΜΙΛΙΑ ΜΗʹ. Ἐγένετο δέ μοι ὑποστρέφοντι εἰς Ἱερουσαλὴμ, εὐχομένου ἐν τῷ ἱερῷ, γενέσθαι με ἐν ἐκστάσει, καὶ ἰδεῖν λέγοντά μοι αὐτόν· Σπεῦσον, καὶ ἔξελθε ἐν τάχει ἐξ Ἱερουσαλὴμ, διότι οὐ παραδέξονταί σου τὴν μαρτυρίαν περὶ ἐμοῦ, Κἀγὼ εἶπον· Κύριε, αὐτοὶ ἐπίστανται, ὅτι ἐγὼ ἤμην φυλακίζων καὶ δέρων κατὰ τὰς συναγωγὰς τοὺς πιστεύοντας ἐπὶ σέ· καὶ ὅτε ἐξεχεῖτο τὸ αἷμα Στεφάνου τοῦ μάρτυρός σου, καὶ αὐτὸς ἤμην ἐφεστὼς, καὶ συνευδοκῶν τῇ ἀναιρέσει αὐτοῦ, φυλάσσων τὰ ἱμάτια τῶν ἀναιρούντων αὐτόν.
Μετάφραση
ΟΜΙΛΙΑ ΜΗʹ. Όταν δε επέστρεψα στην Ιερουσαλήμ, και ενώ προσευχόμουν στον ναό, συνέβη να περιέλθω σε έκσταση, και να Τον δω να μου λέει: Σπεύσε και αναχώρησε γρήγορα από την Ιερουσαλήμ, διότι δεν θα δεχθούν τη μαρτυρία σου για εμένα. Και εγώ είπα: Κύριε, αυτοί γνωρίζουν καλά ότι εγώ φυλάκιζα και μαστίγωνα στις συναγωγές εκείνους που πίστευαν σε εσένα· και όταν χυνόταν το αίμα του Στεφάνου του μάρτυρά σου, ήμουν και εγώ παρών, επιδοκιμάζοντας τη θανάτωσή του, και φυλάγοντας τα ενδύματα εκείνων που τον σκότωναν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες