Ὡς δὲ προσέτεινον αὐτὸν τοῖς ἱμᾶσιν, εἶπε πρὸς τὸν ἑστῶτα ἑκατόνταρχον· Εἰ ἄνθρωπον Ῥωμαῖον καὶ ἀκατάκριτον ἔξεστιν ὑμῖν μαστίζειν; Οὐκ ἐψεύσατο Παῦλος, μὴ γένοιτο, Ῥωμαῖον ἑαυτὸν εἰπών· Ῥωμαῖος γὰρ ἦν· διὸ καὶ ὁ χιλίαρχος ἀκούσας φοβεῖται. Καὶ τίνος, φησὶν, ἕνεκεν ἐφοβήθη; Εἰ ἔξεστιν ὑμῖν ἕτερον, ἔδεισεν ἂν, μὴ ἁλῷ καὶ μείζονα δίκην δῷ. Καὶ ὅρα, οὐχ ἁπλῶς φησιν, ἀλλ᾽, Εἰ ἔξεστιν ὑμῖν; Δύο τὰ ἐγκλήματα, καὶ τὸ ἄνευ λόγου, καὶ τὸ Ῥωμαῖον ὄντα. Μεγάλην εἶχον ταύτην τότε προνομίαν οἱ ἀξιούμενοι οὕτω καλεῖσθαι· καὶ οὐ πάντες τούτου ἐτύγχανον· ἀπὸ γὰρ Ἀδριανοῦ φασι πάντας Ῥωμαίους ὀνομασθῆναι, τὸ δὲ παλαιὸν οὐχ οὕτως ἦν. Ἢ καὶ Ῥωμαῖον ἑαυτὸν εἶπεν, ἵνα διαφύγῃ τὴν τιμωρίαν· εὐκαταφρόνητος γὰρ ἂν ἐγένετο μαστιχθείς· νῦν δὲ τοῦτο εἰπὼν, εἰς πλείονα αὐτοὺς ἐμβάλλει φόβον. Εἰ δὲ ἐμάστιξαν, καὶ παρέτρεψαν ἂν τὸ πρᾶγμα, ἢ καὶ ἀπέκτειναν αὐτόν· νῦν δὲ οὐχ οὕτω γίνεται. Ὅρα πῶς ὁ Θεὸς συγχωρεῖ καὶ ἀνθρωπίνως πολλὰ γενέσθαι, καὶ ἐπ᾽ αὐτῶν καὶ τῶν λοιπῶν. Ὁ δὲ χιλίαρχος ἀποκριθεὶς, ὅτι Πολλοῦ κεφαλαίου τὴν πολιτείαν ταύτην ἐκτησάμην, δείκνυσιν ὑποπτεῦσαι πρόφασιν εἶναι τὸ εἰπεῖν ἑαυτὸν Ῥωμαῖον τὸν Παῦλον· καὶ ἴσως τοῦτο ὑπέλαβεν ἀπὸ τῆς λιτότητος Παύλου τῆς φαινομένης.
Μετάφραση
Όταν δε τον τέντωσαν με τα λουριά, είπε προς τον εκατόνταρχο που στεκόταν εκεί: «Σας επιτρέπεται να μαστιγώνετε άνθρωπο Ρωμαίο και ακατάκριτο;» Δεν είπε ψέματα ο Παύλος, μη γένοιτο, όταν ονόμασε τον εαυτό του Ρωμαίο· διότι πράγματι ήταν Ρωμαίος· γι' αυτό και ο χιλίαρχος, όταν το άκουσε, φοβήθηκε. Και για ποιον λόγο, λέγει, φοβήθηκε; Επειδή, αν ισχυριζόταν κάτι άλλο, θα φοβόταν μήπως συλληφθεί να ψεύδεται και υποστεί μεγαλύτερη τιμωρία. Και πρόσεξε, δεν ομιλεί απλώς, αλλά λέγει: «Σας επιτρέπεται;» Δύο είναι τα αδικήματα: και το ότι γινόταν χωρίς δίκη, και το ότι ήταν Ρωμαίος. Μεγάλο προνόμιο είχαν τότε όσοι αξιώνονταν να ονομάζονται έτσι· και δεν το αποκτούσαν όλοι· διότι λέγεται ότι από την εποχή του Αδριανού όλοι ονομάστηκαν Ρωμαίοι, ενώ παλαιότερα δεν ήταν έτσι. Ή πάλι, είπε τον εαυτό του Ρωμαίο για να αποφύγει την τιμωρία· διότι, αν είχε μαστιγωθεί, θα γινόταν καταφρονεμένος· τώρα όμως, λέγοντας αυτό, τους προκαλεί μεγαλύτερο φόβο. Εάν δε τον μαστίγωναν, είτε θα διαστρέβλωναν το γεγονός, είτε και θα τον σκότωναν· τώρα όμως δεν συμβαίνει έτσι. Πρόσεξε πώς ο Θεός παραχωρεί να γίνονται πολλά και με ανθρώπινο τρόπο, και στους ίδιους και στους υπολοίπους. Ο δε χιλίαρχος, με το να αποκριθεί ότι «Εγώ με μεγάλο χρηματικό ποσό απέκτησα το δικαίωμα αυτό του πολίτη», δείχνει πως υποπτεύθηκε ότι ο ισχυρισμός του Παύλου πως ήταν Ρωμαίος αποτελούσε πρόφαση· και ίσως να το υπέθεσε αυτό από τη φαινομενική λιτότητα και πενιχρότητα του Παύλου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες