Ταῦτα τοίνυν ἀφεὶς αὐτοῖς συλλέγειν, τὰ πράγματα διηγεῖται. Ἐγγίζοντί μοι, φησὶ, τῇ Δαμασκῷ, περὶ μεσημβρίαν ἐξαίφνης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ περιαστράψαι φῶς ἱκανὸν περὶ ἐμὲ, ἔπεσόν τε εἰς τὸ ἔδαφος. Ὅρα πόση ἡ ὑπερβολὴ τοῦ φωτός. Καὶ ὅτι οὐ κομπάζω, οἱ συνόντες μαρτυροῦσιν, οἱ χειραγωγοῦντες, οἱ τὸ φῶς θεασάμενοι. Οἱ δὲ σὺν ἐμοὶ ὄντες τὸ μὲν φῶς ἐθεάσαντο, καὶ ἔμφοβοι ἐγένοντο, τὴν δὲ φωνὴν οὐκ ἤκουσαν τοῦ λαλοῦντός μοι. Μηδὲν ξενισθῇς, εἰ ἐνταῦθα μὲν οὕτως, ἑτέρωθι δὲ λέγει, ὅτι Εἱστήκεισαν τὴν μὲν φωνὴν ἀκούοντες, μηδένα δὲ θεωροῦντες.
Μετάφραση
Αφήνοντας, λοιπόν, αυτούς να συνάγουν τα σχετικά συμπεράσματα, διηγείται τα γεγονότα. Καθώς πλησίαζα, λέει, στη Δαμασκό, γύρω στο μεσημέρι, ξαφνικά άστραψε γύρω μου από τον ουρανό ένα δυνατό φως, και έπεσα στο έδαφος. Δες πόσο υπερβολικό ήταν το φως. Και ότι δεν κομπάζω, το μαρτυρούν όσοι ήταν μαζί μου, αυτοί που με οδηγούσαν από το χέρι, οι οποίοι είδαν το φως. Εκείνοι δε που ήταν μαζί μου είδαν μεν το φως και κυριεύθηκαν από φόβο, αλλά δεν άκουσαν τη φωνή εκείνου που μου μιλούσε. Καθόλου να μην παραξενευτείς, αν εδώ αναφέρει αυτά, ενώ αλλού λέει ότι στέκονταν ακούγοντας μεν τη φωνή, χωρίς όμως να βλέπουν κανέναν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες