Ὅρα συνετῶς αὐτοὺς ὑπεραπολογουμένους, καὶ τὸν Παῦλον οὐδεμίαν αὐτοῖς διδόντα λαβήν. Πολλῆς δὲ γενομένης στάσεως, φοβηθεὶς ὁ χιλίαρχος, μὴ διασπασθῇ ὁ Παῦλος ὑπ᾽ αὐτῶν, ἐκέλευσε τὸ στράτευμα καταβὰν ἁρπάσαι αὐτὸν ἐκ μέσου αὐτῶν, ἀγαγεῖν τε εἰς τὴν παρεμβολήν. Φοβεῖται λοιπὸν ὁ χιλίαρχος, μὴ διασπασθῇ, ἐπειδὴ εἶπεν, ὅτι Ῥωμαῖός ἐστιν· ὅθεν καὶ οὐκ ἀκίνδυνον ἦν τὸ πρᾶγμα. Ὁρᾷς, ὅτι δικαίως ὡμολόγησεν ἑαυτὸν Ῥωμαῖον εἶναι; ἦ γὰρ ἂν οὐδὲ νῦν ἐφοβήθη. Καὶ τὸ μὲν στράτευμα λοιπὸν ἁρπάζει αὐτόν.
Μετάφραση
Παρατήρησε πόσο συνετά υπερασπίζονται τον εαυτό τους, και ότι ο Παύλος δεν τους δίνει καμία λαβή. Καθώς δε προκλήθηκε μεγάλη στάση, ο χιλίαρχος, φοβούμενος μήπως κατασπαραχθεί ο Παύλος από αυτούς, διέταξε το στράτευμα να κατέβει, να τον αρπάξει από το μέσον τους και να τον οδηγήσει στο στρατόπεδο. Φοβάται, λοιπόν, ο χιλίαρχος μήπως κατασπαραχθεί, επειδή είχε πει ότι είναι Ρωμαίος· γι' αυτό και το ζήτημα δεν ήταν ακίνδυνο. Βλέπεις ότι δικαίως ομολόγησε πως είναι Ρωμαίος; Διότι διαφορετικά ούτε και τώρα θα είχε φοβηθεί. Και το στράτευμα, λοιπόν, τον αρπάζει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες