Ὁ μὲν οὖν παραλαβὼν αὐτὸν, ἤγαγε πρὸς τὸν χιλίαρχον. Πάλιν δι᾽ ἀνθρωπίνης σώζεται προμηθείας. Καὶ ὅρα· ὁ Παῦλος οὐδένα ἀφίησι μαθεῖν, οὐδὲ τὸν ἑκατόνταρχον, ὥστε μὴ τὸ πρᾶγμα γενέσθαι διάδηλον. Καὶ ἐλθὼν ὁ ἑκατόνταρχος, ἀνήγγειλε τῷ χιλιάρχῳ, λέγων· Ὁ δέσμιος Παῦλος προσκαλεσάμενός με, ἠρώτησε τοῦτον τὸν νεανίαν ἀγαγεῖν πρὸς σὲ, ἔχοντά τι λαλῆσαί σοι. Ἐπιλαβόμενος δὲ τῆς χειρὸς αὐτοῦ ὁ χιλίαρχος καὶ ἀναχωρήσας κατ᾽ ἰδίαν, ἐπυνθάνετο· Τί ἐστιν, ὃ ἔχεις ἀπαγγεῖλαί μοι;
Μετάφραση
Εκείνος, λοιπόν, αφού τον παρέλαβε, τον οδήγησε στον χιλίαρχο. Πάλι διασώζεται μέσω ανθρώπινης πρόνοιας. Και πρόσεξε: ο Παύλος δεν αφήνει κανέναν να το μάθει, ούτε τον εκατόνταρχο, ώστε να μη γίνει το ζήτημα ευρέως γνωστό. Και αφού πήγε ο εκατόνταρχος, το ανέγγειλε στον χιλίαρχο, λέγοντας: «Ο δέσμιος Παύλος με προσκάλεσε και με παρακάλεσε να φέρω αυτόν τον νεαρό σε εσένα, διότι έχει κάτι να σου πει». Και ο χιλίαρχος, αφού τον έπιασε από το χέρι και αποσύρθηκε κατ' ιδίαν, τον ρωτούσε: «Τι είναι αυτό που έχεις να μου αναφέρεις;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες