Τὸν ἄνδρα τοῦτον συλληφθέντα ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων, καὶ μέλλοντα ἀναιρεῖσθαι ὑπ᾽ αὐτῶν, ἐπιστὰς σὺν τῷ στρατεύματι ἐξειλόμην μαθὼν, ὅτι Ῥωμαῖός ἐστι· βουλόμενος δὲ γνῶναι τὴν αἰτίαν, δι᾽ ἣν ἐνεκάλουν αὐτῷ, κατήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ συνέδριον αὐτῶν. Ὃν εὗρον ἐγκαλούμενον περὶ ζητημάτων τοῦ νόμου αὐτῶν, μηδὲν ἄξιον θανάτου ἢ δεσμῶν ἔγκλημα ἔχοντα. Μηνυθείσης δέ μοι ἐπιβουλῆς μέλλειν ἔσεσθαι εἰς τὸν ἄνδρα ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων ἐξ αὐτῶν, ἔπεμψα πρὸς σὲ, παραγγείλας καὶ τοῖς κατηγόροις λέγειν τὰ πρὸς αὐτὸν ἐπὶ σοῦ. Ἔῤῥωσο· Ὅρα καὶ τὴν ἐπιστολὴν ἀπολογίαν ἔχουσαν μὲν ὑπὲρ αὐτοῦ (Οὐδὲν γὰρ, φησὶν, εὗρον ἄξιον θανάτου ἔγκλημα ἔχοντα), κατηγορίαν δὲ κατ᾽ ἐκείνων ἢ κατὰ τούτου· οὕτως ἐθανάτων. Καὶ πρῶτον μέν φησιν, ὅτι Μέλλοντα ἀναιρεῖσθαι ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων ἐξειλόμην· εἶτα προστίθησιν, ὅτι Καὶ κατήγαγον αὐτὸν πρὸς αὐτούς· καὶ οὐδ᾽ οὕτως εὗρόν τι ἐγκαλέσαι ἐκεῖνοι· καὶ δέον ὑπὲρ τοῦ προτέρου καταπλαγῆναι καὶ καταισχυνθῆναι, πάλιν ἐπιχειροῦσιν ἀνελεῖν, ὥστε πάλιν λαμπρότερον γενέσθαι τὸν ὑπὲρ αὐτοῦ λόγον. Καὶ τί δήποτε τοὺς κατηγόρους πέμπει; Ἵνα ἐν τῷ δικαστηρίῳ, ἔνθα ταῦτα ἀκριβέστερον γυμνάζεται, ἀθῶος γένηται. Ἴδωμεν τοίνυν ἄνωθεν τὰ εἰρημένα. Ἐγὼ, φησὶ, Φαρισαῖός εἰμι. Τοῦτο εἶπεν, ὥστε αὐτοὺς ἐπισπάσασθαι. Εἶτα ἵνα μὴ δόξῃ κολακεύειν, ἐπάγει· Περὶ ἐλπίδος καὶ ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.
Μετάφραση
Τον άνδρα αυτόν, που συνελήφθη από τους Ιουδαίους και επρόκειτο να θανατωθεί από αυτούς, επεμβαίνοντας με το στρατιωτικό απόσπασμα τον διέσωσα, καθώς έμαθα ότι είναι Ρωμαίος. Και επειδή ήθελα να μάθω την αιτία για την οποία τον κατηγορούσαν, τον οδήγησα στο συνέδριό τους. Εκείνον βρήκα να κατηγορείται για ζητήματα του νόμου τους, αλλά να μην έχει διαπράξει κανένα έγκλημα άξιο θανάτου ή δεσμών. Όταν όμως μου καταγγέλθηκε ότι επρόκειτο να γίνει συνωμοσία εναντίον του άνδρα από τους Ιουδαίους, τον έστειλα σε σένα, παραγγέλλοντας και στους κατηγόρους του να πουν όσα έχουν εναντίον του ενώπιόν σου. Υγίαινε. Δες ότι και η επιστολή περιέχει απολογία υπέρ αυτού (διότι λέει: «δεν βρήκα ότι έχει κανένα έγκλημα άξιο θανάτου»), και κατηγορία μάλλον εναντίον εκείνων παρά εναντίον τούτου· τόσο πολύ επιθυμούσαν τον θάνατό του. Και πρώτα μεν λέει, ότι «ενώ επρόκειτο να θανατωθεί από τους Ιουδαίους, τον διέσωσα»· έπειτα προσθέτει ότι «και τον οδήγησα σε αυτούς»· και ούτε έτσι βρήκαν κάτι για να τον κατηγορήσουν· και, ενώ έπρεπε για το προηγούμενο να συνετιστούν και να ντραπούν, πάλι επιχειρούν να τον θανατώσουν, με αποτέλεσμα να γίνει πάλι πιο λαμπρή η υπεράσπισή του. Και για ποιον λόγο άραγε στέλνει τους κατηγόρους; Για να αποδειχθεί αθώος στο δικαστήριο, όπου αυτά τα ζητήματα εξετάζονται με μεγαλύτερη ακρίβεια. Ας εξετάσουμε λοιπόν από την αρχή τα όσα ελέχθησαν. «Εγώ», λέει, «είμαι Φαρισαίος». Αυτό το είπε για να τους προσελκύσει. Έπειτα, για να μη φανεί ότι κολακεύει, προσθέτει: «Για την ελπίδα και την ανάσταση των νεκρών κρίνομαι εγώ».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες