Συνεπέθεντο δὲ καὶ οἱ Ἰουδαῖοι, φάσκοντες ταῦτα οὕτως ἔχειν. Τί οὖν ὁ Παῦλος; ἆρα ἐπὶ τούτοις σιγᾷ; Οὐδαμῶς· ἀλλὰ παῤῥησιάζεται πάλιν καὶ ἀποκρίνεται· καὶ τοῦτο τοῦ ἡγεμόνος βουληθέντος· ἐπήγαγε γάρ· Ἀπεκρίθη δὲ Παῦλος νεύσαντος αὐτῷ τοῦ ἡγεμόνος λέγειν· Ἐκ πολλῶν ἐτῶν ὄντα σε κριτὴν δίκαιον τῷ ἔθνει τούτῳ ἐπιστάμενος, εὐθυμότερον τὰ περὶ ἐμαυτοῦ ἀπολογοῦμαι, δυναμένου σου γνῶναι, ὅτι οὐ πλείους εἰσί μοι ἡμέραι δεκαδύο, ἀφ᾽ ἧς ἀνέβην προσκυνήσων ἐν Ἱερουσαλήμ. Καὶ οὔτε ἐν τῷ ἱερῷ εὗρόν με πρός τινα διαλεγόμενον ἢ ἐπισύστασιν ποιοῦντα ὄχλων, οὔτε ἐν ταῖς συναγωγαῖς, οὔτε κατὰ τὴν πόλιν· οὔτε παραστῆσαι νῦν δύνανται, περὶ ὧν νῦν κατηγοροῦσί μου. Οὐκ ἔστι ταῦτα κολακείας τὰ ῥήματα, τὸ μαρτυρῆσαι τῷ δικαστῇ δικαιοσύνην· ἀλλ᾽ ἐκεῖνα μᾶλλον, τὸ εἰπεῖν· Πολλῆς εἰρήνης τυγχάνοντες διὰ σοῦ. Τί οὖν ἀδίκως στασιάζετε;
Μετάφραση
Συμφώνησαν δε και οι Ιουδαίοι, υποστηρίζοντας ότι αυτά έτσι έχουν. Τι κάνει λοιπόν ο Παύλος; Μήπως μπροστά σε αυτά σιωπά; Καθόλου· αλλά μιλάει και πάλι με παρρησία και αποκρίνεται· και μάλιστα αφού το θέλησε ο ηγεμόνας· διότι πρόσθεσε: Αποκρίθηκε δε ο Παύλος, αφού του έκανε νόημα ο ηγεμόνας να μιλήσει: Επειδή γνωρίζω ότι εδώ και πολλά χρόνια είσαι δίκαιος κριτής σε αυτό το έθνος, με περισσότερη προθυμία απολογούμαι για τον εαυτό μου, εφόσον μπορείς να διαπιστώσεις ότι δεν έχουν περάσει περισσότερες από δώδεκα ημέρες αφότου ανέβηκα στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσω. Και ούτε μέσα στο ιερό με βρήκαν να συζητώ με κάποιον ή να προκαλώ συγκέντρωση του πλήθους, ούτε στις συναγωγές, ούτε μέσα στην πόλη· ούτε μπορούν τώρα να αποδείξουν αυτά για τα οποία με κατηγορούν αυτή τη στιγμή. Δεν αποτελούν κολακεία τα λόγια αυτά, το να αναγνωρίζει δηλαδή κανείς δικαιοσύνη στον δικαστή· αλλά μάλλον εκείνα τα λόγια, το να λέει (ο κατήγορος): Απολαμβάνοντας πολλή ειρήνη χάρη σε σένα. Γιατί λοιπόν στασιάζετε άδικα;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες