Σκόπει δέ· ἐκεῖνοι πρὸς ἀδικίαν παρώρμων, οὗτος τὸ δίκαιον ἐζήτει· διὸ καὶ ἔλεγεν· Εὐθυμότερον τὰ περὶ ἐμαυτοῦ ἀπολογοῦμαι· εἶτα καὶ ἀπὸ τοῦ χρόνου ἰσχυρίζεται· Ἐκ πολλῶν ἐτῶν γὰρ, φησὶν, ὄντα σε κριτὴν ἐπιστάμενος. Καὶ τί τοῦτο πρὸς ἀπόδειξιν συνετέλει; Μέγα· δείκνυσι γὰρ, ὅτι καὶ αὐτὸς οἶδε μηδὲν ὧν κατηγορεῖται πεποιηκότα. Εἰ δὲ ἐπισύστασίν ποτε ἐκίνησεν, ἐγίνωσκεν ἂν κριτὴς ὢν, καὶ τὸ τοιοῦτον αὐτὸν οὐκ ἐλάνθανεν. Εἶτα ἐπειδὴ ὁ κατήγορος οὐδὲν εἶχε δεῖξαι ἐν Ἱεροσολύμοις, ὅρα τί φησι· Τοῖς κατὰ τὴν οἰκουμένην πᾶσιν Ἰουδαίοις, ψεῦδος ἐπὶ ψεύδει συντιθείς. Διὰ τοῦτο ὁ Παῦλος ἐντεῦθεν αὐτὸν ἀφέλκων, Προσκυνήσων ἀνέβην, λέγει· μονονουχὶ ἀπολογούμενος διὰ τούτου, ὅτι τοσοῦτον ἀπέχω τοῦ στάσεις κινεῖν· καὶ τούτῳ ἐνδιατρίβει τῷ δικαίῳ ὅπερ ἦν ἰσχυρόν· ἐπάγει γάρ· Καὶ οὔτε ἐν τῷ ἱερῷ, οὔτε ἐν τῇ πόλει, οὔτε ἐν τῇ συναγωγῇ εὗρόν με πρός τινα διαλεγόμενον. Ὅπερ ἦν καὶ ἀληθές. Κἀκεῖνος μὲν Πρωτοστάτην φησὶ, καθάπερ ἐπὶ μάχης καὶ συστάσεως· οὗτος δὲ ὅρα πῶς ἐπιεικῶς ἀποκρίνεται· Ὁμολογῶ δὲ τοῦτό σοι, ὅτι κατὰ τὴν ὁδὸν, ἣν λέγουσιν αἵρεσιν, οὕτω λατρεύω τῷ πατρῴῳ Θεῷ, πιστεύων πᾶσι τοῖς κατὰ νόμον, καὶ ἐν τοῖς προφήταις γεγραμμένοις, ἐλπίδα ἔχων εἰς τὸν Θεὸν, ἣν καὶ αὐτοὶ προσδέχονται, ἀνάστασιν μέλλειν ἔσεσθαι δικαίων τε καὶ ἀδίκων.
Μετάφραση
Παρατήρησε όμως το εξής: εκείνοι παρακινούσαν σε αδικία, ενώ αυτός αναζητούσε το δίκαιο· γι' αυτό και έλεγε: «Με μεγαλύτερη προθυμία απολογούμαι για τον εαυτό μου»· έπειτα προβάλλει επιχείρημα και από τον χρόνο: «Διότι, επειδή γνωρίζω», λέει, «ότι επί πολλά χρόνια είσαι κριτής». Και τι συντελούσε αυτό στην απόδειξη; Σε μεγάλο βαθμό· διότι δείχνει ότι και ο ίδιος γνωρίζει πως αυτός δεν έχει πράξει τίποτε από όσα κατηγορείται. Εάν δε είχε υποκινήσει ποτέ εξέγερση, θα το γνώριζε όντας κριτής, και κάτι τέτοιο δεν θα του διέφευγε. Έπειτα, επειδή ο κατήγορος δεν είχε να αποδείξει τίποτε στα Ιεροσόλυμα, δες τι λέει: «Σε όλους τους Ιουδαίους ανά την οικουμένη», προσθέτοντας ψέμα στο ψέμα. Γι' αυτό ο Παύλος, απομακρύνοντάς τον από αυτό το σημείο, λέει: «Ανέβηκα για να προσκυνήσω»· σχεδόν απολογούμενος μέσα από αυτό, ότι δηλαδή απέχω τόσο πολύ από το να υποκινώ στάσεις· και επιμένει σε αυτό το δίκαιο επιχείρημα το οποίο ήταν ισχυρό· διότι προσθέτει: «Και ούτε στον ναό, ούτε στην πόλη, ούτε στη συναγωγή με βρήκαν να συζητώ με κάποιον». Πράγμα το οποίο ήταν και αληθές. Και εκείνος μεν τον αποκαλεί «Πρωτοστάτη», σαν να επρόκειτο για μάχη και συνωμοσία· αυτός όμως δες πόσο ήπια απαντά: «Σου ομολογώ όμως τούτο, ότι σύμφωνα με την οδό που αυτοί αποκαλούν αίρεση, έτσι λατρεύω τον πατρώο Θεό, πιστεύοντας σε όλα όσα είναι γεγραμμένα σύμφωνα με τον Νόμο και στους προφήτες, έχοντας ελπίδα στον Θεό, την οποία και οι ίδιοι προσδοκούν, ότι πρόκειται να υπάρξει ανάσταση δικαίων και αδίκων».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες