βʹ. Ὅρα· ἐχώριζον αὐτὸν ἐκεῖνοι· οὗτος συνεισάγει, καὶ οἰκειοῖ ἑαυτὸν τῷ νόμῳ δι᾽ ὧν ἀπολογεῖται. Καὶ βεβαιῶν ὃ εἶπε, πάλιν ἐπάγει· Ἐν τούτῳ δὲ καὶ αὐτὸς ἀσκῶ, ἀπρόσκοπον συνείδησιν ἔχων πρός τε τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους διαπαντός. Δι᾽ ἐτῶν δὲ πλειόνων παρεγενόμην, ἐλεημοσύνας ποιήσων εἰς τὸ ἔθνος μου καὶ προσφορὰς, ἐν οἷς εὗρόν με ἡγνισμένον ἐν τῷ ἱερῷ οὐ μετὰ ὄχλου, οὐδὲ μετὰ θορύβου τινός. Τί οὖν ἀνέβης; τί ἦλθες; Προσκυνῆσαι; ἐλεημοσύνας, φησὶ, ποιῆσαι· ὥστε τοῦτο οὐκ ἦν στασιώδους. Εἶτα καὶ ἐκβάλλει αὐτῶν τὸ πρόσωπον, λέγων ἀδιορίστως· Ἐν οἷς εὗρόν μέ τινες τῶν ἀπὸ τῆς Ἀσίας Ἰουδαῖοι· οὓς ἔδει ἐπὶ σοῦ παρεῖναι, καὶ κατηγορεῖν εἴ τι ἔχοιεν πρός με· ἢ αὐτοὶ οὗτοι εἰπάτωσαν, τί εὗρον ἐν ἐμοὶ ἀδίκημα, στάντος μου ἐπὶ τοῦ συνεδρίου· ἢ περὶ μιᾶς ταύτης φωνῆς ἧς ἐκέκραξα ἑστὼς ἐν αὐτοῖς, ὅτι Περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ σήμερον κρίνομαι ὑφ᾽ ὑμῶν. Τοῦτο περιουσία δικαιωμάτων, μὴ φεύγειν τοὺς κατηγόρους, ἀλλ᾽ ἕτοιμον εἶναι πᾶσι διδόναι λόγον. Περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ σήμερον, φησὶ, κρίνομαι. Καὶ οὐδὲν εἶπεν ὧν εἶχεν εἰκότως εἰπεῖν, ὅτι ἐπεβούλευσαν, ὅτι κατέσχον αὐτὸν, ὅτι ἔνεδρον ἐποίησαν (ταῦτα γὰρ παρ᾽ ἐκείνων λέγεται γενέσθαι· παρὰ δὲ τούτου, καὶ κινδύνου ὄντος, οὐκ ἔτι)· ἀλλὰ σιγᾷ, καὶ μόνον ἀπολογεῖται, καίτοι μυρία ἔχων εἰπεῖν.
Μετάφραση
βʹ. Πρόσεξε: Εκείνοι τον διαχώριζαν· αυτός όμως τον εισάγει και εξοικειώνει τον εαυτό του με τον Νόμο, μέσω αυτών με τα οποία απολογείται. Και επιβεβαιώνοντας αυτό που είπε, προσθέτει πάλι: «Σε αυτό δε, ασκούμαι και εγώ ο ίδιος, ώστε να έχω πάντοτε απρόσκοπτη συνείδηση και ενώπιον του Θεού και ενώπιον των ανθρώπων. Ύστερα δε από αρκετά χρόνια ήλθα, για να κάνω ελεημοσύνες στο έθνος μου και προσφορές, οπότε, ενώ ασχολούμουν με αυτά, με βρήκαν αγνισμένο μέσα στον ναό, όχι μαζί με πλήθος ούτε προκαλώντας κάποιον θόρυβο». Γιατί λοιπόν ανέβηκες; Γιατί ήλθες; Για να προσκυνήσεις; Για να κάνω ελεημοσύνες, λέει· συνεπώς αυτό δεν ήταν γνώρισμα ταραχοποιού. Έπειτα απορρίπτει και τα πρόσωπά τους, λέγοντας αόριστα: «Εκεί με βρήκαν κάποιοι Ιουδαίοι από την Ασία, οι οποίοι θα έπρεπε να παρευρίσκονται ενώπιόν σου και να με κατηγορούν, αν είχαν κάτι εναντίον μου. Ή ας πουν αυτοί εδώ, τι αδίκημα βρήκαν σε εμένα όταν στάθηκα μπροστά στο συνέδριο, εκτός αν πρόκειται για αυτήν τη μία φράση που φώναξα στεκόμενος ανάμεσά τους, ότι "Για την ανάσταση των νεκρών κρίνομαι εγώ σήμερα από εσάς"». Αυτό αποτελεί περίσσεια δικαιολογιών, το να μην αποφεύγει δηλαδή τους κατηγόρους, αλλά να είναι έτοιμος να δώσει λόγο σε όλους. Για την ανάσταση των νεκρών εγώ σήμερα, λέει, κρίνομαι. Και δεν ανέφερε τίποτε από όσα θα ήταν φυσικό να πει, ότι δηλαδή τον επιβουλεύτηκαν, ότι τον συνέλαβαν, ότι του έστησαν ενέδρα (διότι αυτά λέγεται ότι έγιναν από εκείνους· από αυτόν όμως, παρόλο που βρισκόταν σε κίνδυνο, δεν αναφέρονται πλέον)· αλλά σιωπά, και μόνο απολογείται, μολονότι είχε αμέτρητα πράγματα να πει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες