Ἀλλ᾽ εἴποι ἄν τις ἐνταῦθα· Καὶ τίνος ἕνεκεν ἀκούσας, ὅτι Καὶ ἐν Ῥώμῃ σε δεῖ μαρτυρῆσαι τὰ περὶ ἐμοῦ, ὡς ἀπιστῶν ταῦτα ἐποίει; Μὴ γένοιτο, ἀλλὰ καὶ σφόδρα πιστεύων. Μᾶλλον οὖν πειράζοντος ἦν τὸ θαῤῥεῖν ἐκείνῃ τῇ ἀποφάσει, καὶ εἰς μυρίους ἑαυτὸν ἐμβάλλειν κινδύνους, καὶ λέγειν· Ἴδωμεν εἰ δύναται ὁ Θεὸς καὶ οὕτως ἐξελέσθαι με. Ἀλλ᾽ οὐ ποιεῖ τοῦτο Παῦλος, ἀλλὰ τὰ καθ᾽ ἑαυτὸν πάντα εἰσφέρει, τὸ πᾶν ἐπιτρέπων τῷ Θεῷ· ἠρέμα δὲ καὶ καθάπτεται τοῦ ἄρχοντος οὕτως ἀπολογούμενος· μονονουχὶ γὰρ τοῦτο λέγει· Εἰ μὲν ἀδικῶ, καλῶς· εἰ δὲ οὐκ ἀδικῶ, τί με ἐκδίδως; Οὐδεὶς δύναταί με, φησὶ, χαρίσασθαι. Εἰς φόβον αὐτὸν ἐνέβαλεν ὥστε μηδὲ ἑκόντα χαρίσασθαι, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκείνους ἔχειν ἀπολογίαν τὴν ἔφεσιν. Τότε ὁ Φῆστος συλλαλήσας μετὰ τοῦ συμβουλίου, ἀπεκρίθη· Καίσαρα ἐπικέκλησαι, ἐπὶ Καίσαρα πορεύσῃ.
Μετάφραση
Αλλά θα μπορούσε να πει κάποιος εδώ: Και για ποιον λόγο, ενώ είχε ακούσει το «Πρέπει να δώσεις μαρτυρία για εμένα και στη Ρώμη», έπραττε αυτά σαν να μην το πίστευε; Μη γένοιτο, απεναντίας το πίστευε ακράδαντα. Διότι θα αποτελούσε μάλλον γνώρισμα ανθρώπου που πειράζει τον Θεό το να επαναπαύεται σε εκείνη την απόφαση και να ρίχνει τον εαυτό του σε μύριους κινδύνους, λέγοντας: «Ας δούμε αν μπορεί ο Θεός να με διασώσει ακόμη και έτσι». Όμως ο Παύλος δεν κάνει αυτό, αλλά συνεισφέρει ό,τι περνάει από το χέρι του, αναθέτοντας τα πάντα στον Θεό. Ασκεί μάλιστα ήπια κριτική και στον άρχοντα, απολογούμενος με αυτόν τον τρόπο· διότι σχεδόν του λέει το εξής: «Εάν μεν αδικώ, καλώς· εάν όμως δεν αδικώ, γιατί με παραδίδεις;» Κανείς δεν δύναται, λέει, να με παραδώσει σε αυτούς ως χάρη. Τον ενέβαλε σε φόβο, ώστε να μην τον παραδώσει ως χάρη ούτε καν με τη θέλησή του, αλλά να προβάλει και την έφεση ως δικαιολογία απέναντί τους. Τότε ο Φήστος, αφού συσκέφθηκε με το συμβούλιο, αποκρίθηκε: «Τον Καίσαρα επικαλέστηκες, στον Καίσαρα θα πας».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες