Πρὸς οὓς ἀπεκρίθην, ὅτι Οὐκ ἔστιν ἔθος Ῥωμαίοις χαρίζεσθαί τινα ἄνθρωπον εἰς ἀπώλειαν, πρὶν ἢ ὁ κατηγορούμενος κατὰ πρόσωπον ἔχοι τοὺς κατηγόρους, τόπον τε ἀπολογίας λάβοι περὶ τοῦ ἐγκλήματος. Συνελθόντων οὖν αὐτῶν ἐνθάδε, ἀναβολὴν μηδεμίαν ποιησάμενος, τῇ ἑξῆς καθίσας ἐπὶ τοῦ βήματος, ἐκέλευσα ἀχθῆναι τὸν ἄνδρα. Περὶ οὗ σταθέντες οἱ κατήγοροι οὐδεμίαν αἰτίαν ἐπέφερον, ὧν ὑπενόουν ἐγώ· ζητήματα δέ τινα περὶ τῆς ἰδίας δεισιδαιμονίας εἶχον πρὸς αὐτὸν, καὶ περί τινος Ἰησοῦ τεθνηκότος, ὃν ἔφασκεν ὁ Παῦλος ζῇν.
Μετάφραση
Στους οποίους απάντησα ότι δεν συνηθίζουν οι Ρωμαίοι να παραδίδουν κανέναν άνθρωπο προς απώλεια, προτού ο κατηγορούμενος αντιμετωπίσει πρόσωπο με πρόσωπο τους κατηγόρους του και λάβει την ευκαιρία να απολογηθεί για την κατηγορία. Όταν λοιπόν συγκεντρώθηκαν αυτοί εδώ, χωρίς να δώσω καμία απολύτως αναβολή, την επόμενη ημέρα κάθισα στο δικαστικό βήμα και διέταξα να φέρουν τον άνδρα. Σχετικά με αυτόν, όταν στάθηκαν οι κατήγοροι, δεν διατύπωσαν καμία κατηγορία από όσες εγώ υποπτευόμουν· είχαν όμως εναντίον του ορισμένα ζητήματα σχετικά με τη δική τους θρησκεία, και για κάποιον Ιησού που είχε πεθάνει, τον οποίο ο Παύλος ισχυριζόταν ότι ζει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες