Πῶς χρήματα, μιαρὲ, παρὰ ἀνθρώπου τὸ ἐναντίον κηρύττοντος ἐπιζητεῖς; Ὅτι δὲ οὐκ ἔλαβε, δῆλον ἐξ ὧν εἴασε δεδεμένον, λύσας ἂν, εἴπερ ἔλαβε. Περὶ ἐγκρατείας οὗτος διελέγετο, ἐκεῖνος δὲ χρήματα προσεδόκα λαβεῖν παρ᾽ αὐτοῦ ταῦτα διαλεγομένου. Καὶ αἰτῆσαι μὲν οὐκ ἐτόλμα· τοιοῦτον γὰρ ἡ κακία, δειλὸν καὶ πάντα ὑποπτεῦον· ἤλπιζε δέ· ὥστε εἰκότως αὐτοῖς ἐχαρίζετο, ἅτε τοσοῦτον ἄρξας ἐκεῖ. Φῆστος οὖν ἐπιβὰς τῇ ἐπαρχίᾳ· ἐνεφάνισαν αὐτῷ ὅ τε ἀρχιερεὺς καὶ οἱ πρῶτοι τῶν Ἰουδαίων κατὰ Παύλου, φησίν. Εὐθέως καὶ ἐν ἀρχῇ προσῆλθον οἱ ἱερεῖς, οὐκ ἂν ὀκνήσαντες καὶ εἰς Καισάρειαν ἐλθεῖν, εἰ μὴ ἔφθη ἀνελθὼν, ὅπου γε εὐθέως ἐπιβάντι προσέρχονται. Καὶ καταβὰς ἐν Καισαρείᾳ, διατρίβει δέκα ἡμέρας. Τάχα, δοκῶ, ὥστε ἐγγενέσθαι τοῖς βουλομένοις αὐτὸν διαφθεῖραι. Παῦλος δὲ ἦν ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ. Καὶ παρεκάλουν αὐτὸν, φησὶν, ὅπως μεταπέμψηται αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλήμ. Καὶ διὰ τί χάριν ᾔτησαν, εἰ δίκαιός ἐστιν ἀποθανεῖν; Ἀλλ᾽ οὕτω κἀκείνῳ δήλη ἐγένετο ἡ ἐπιβουλὴ, ὡς διαλεγόμενον εἰπεῖν· Ἄνδρες οἱ συμπαρόντες, θεωρεῖτε τοῦτον, περὶ οὗ τὸ πλῆθος ἐνέτυχόν μοι τῶν Ἰουδαίων. Διὰ γὰρ τοῦ, Ἐνέτυχον, τὸ, Αἰτούμενοι κατ᾽ αὐτοῦ χάριν, δηλοῖ.
Μετάφραση
Πώς, μιαρέ, αναζητάς χρήματα από έναν άνθρωπο που κηρύττει το αντίθετο; Το ότι δε δεν έλαβε, είναι φανερό από το γεγονός ότι τον άφησε δεμένο, ενώ θα τον είχε ελευθερώσει, εάν βεβαίως είχε λάβει. Αυτός μεν συζητούσε περί εγκρατείας, εκείνος δε προσδοκούσε να λάβει χρήματα από αυτόν που του μιλούσε για αυτά. Και να τα ζητήσει βέβαια δεν τολμούσε· διότι τέτοια είναι η κακία, δειλή και πάντα καχύποπτη· ήλπιζε όμως· ώστε δικαιολογημένα τους έκανε τη χάρη, αφού είχε ασκήσει τόσον καιρό εξουσία εκεί. «Ο Φήστος, λοιπόν, αφού ανέλαβε την επαρχία», λέει, «του παρουσιάστηκαν ο αρχιερέας και οι προύχοντες των Ιουδαίων εναντίον του Παύλου». Αμέσως και από την αρχή τον πλησίασαν οι ιερείς, οι οποίοι δεν θα οκνούσαν να έλθουν και στην Καισάρεια, εάν δεν τους είχε προλάβει ανεβαίνοντας στην Ιερουσαλήμ, εφόσον τον πλησιάζουν αμέσως μόλις έφτασε. Και αφού κατέβηκε στην Καισάρεια, παραμένει δέκα ημέρες. Ίσως, νομίζω, ώστε να δοθεί η ευκαιρία σε όσους ήθελαν να τον εξοντώσουν. Ο Παύλος όμως βρισκόταν στη φυλακή. «Και τον παρακαλούσαν», λέει, «να τον μεταφέρει στην Ιερουσαλήμ». Και για ποιο λόγο του ζήτησαν χάρη, εάν ήταν δίκαιο να πεθάνει; Αλλά έτσι έγινε φανερή η συνωμοσία και σε εκείνον, ώστε κατά τη συζήτηση να πει: «Άνδρες παρευρισκόμενοι, βλέπετε τούτον, για τον οποίο με πλησίασε το πλήθος των Ιουδαίων». Διότι διά του ρήματος «με πλησίασαν», φανερώνει το ότι «ζητούσαν χάρη εναντίον του».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες