Τῷ Καματηρῷ Οὐ παύσεταί ποτε ὁ ἀπ’ ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνος, πανυπέρλαμπρέ μοι ἐν Κυρίῳ υἱὲ καὶ δέσποτα, ἐπιφέρων φορτία τῇ ἐμῇ ἀθλιότητι, ἀλλ’ οὐδὲ Θεὸς ἐπικουφίζων ἐνταῦθα διὰ χρηστότητα ὥστε μοι τὸ τοῦ ἀποστόλου συμβαίνειν μὴ συγχωρεῖσθαι πειραθῆναι παρ’ ὃ ὑπενεγκεῖν δύναμαι, ἀλλὰ γίνεσθαί μοι παρὰ Θεοῦ σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν καὶ διέρχεσθαι μὲν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, ἐξάγεσθαι δὲ εἰς ἀνάψυξιν, ὃ Δαυὶδ ἐψαλμῴδησεν. Εἶπον δ’ ἄν τι καὶ οἱ σοὶ ποιηταὶ ἐπιρραψῳδοῦντες τοῖς ἐμοῖς οὕτως ἔχουσιν, Ὅμηρος μέν· κ’ ἀμμίξας ὁ Ζεὺς ἐκ τοῖν πίθοιν τὸν ἐμὸν βίον ἐκέρασεν· Ἡσίοδος δέ· τοῦ μέσου πλάττων γένους ἡμᾶς, ὡς ἄρα μεμίξεται ἐσθλὰ κακοῖσιν. Ὅταν μὲν οὖν ἐκλογίσωμαι τὴν τῶν πειρασμῶν δεκακυμίαν, οὐ γὰρ τρικυμίαν ἂν εἴποιμι, ἀπογινώσκω τὴν αὐτὸς ἐμαυτὴν σωτηρίαν τε καὶ ἀνάδυσιν· ὅταν δὲ πρὸς τὸν κυβερνήτην ἀποβλέψω πανσόφως τὸ σκάφος μοι οἰακίζοντα, ὑπερέχω καὶ τῆς ἀπογνώσεως καὶ τοῦ κλύδωνος. Αὐτίκα γοῦν ἅ μοι ἐπὶ τῷ Τῶν Ἐκκλησιῶν χωρίῳ συμβαίνει, τίνα τῶν ἀλλεπαλλήλων κυμάτων οὐχ ὑπερβαίνει; Οὔπω τὴν προτέραν σπιλάδα διαπεφεύγαμεν, τὸν εὐνοῦχον λέγω, σὺ δ’ ἂν εἴποις αὐτὸν Σκύλλαν ἢ Χάρυβδιν ἐκ τῶν ποιημάτων ἐπιστὰς νεαρώτερος, καὶ ἄνεμος τυφωνητικὸς ὁ καλούμενος εὐροκλύδων ἡμῖν ἐνέπνευσεν ὁ ἐμός φησι ποιητὴς Λουκᾶς.
Μετάφραση
Προς τον Καματηρό. Δεν θα σταματήσει ποτέ ο απ' αρχής ανθρωποκτόνος, πανυπέρλαμπρέ μου εν Κυρίω υιέ και δέσποτα, να επιφέρει φορτία στην αθλιότητά μου, αλλά ούτε και ο Θεός να τα ανακουφίζει εδώ από αγαθότητα, ώστε να μου συμβαίνει αυτό που λέει ο απόστολος, δηλαδή να μην επιτρέπεται να δοκιμαστώ πάνω από όσο μπορώ να αντέξω, αλλά να μου δίνεται από τον Θεό μαζί με τον πειρασμό και η διέξοδος και να περνώ μέσα από φωτιά και νερό, και να οδηγούμαι σε αναψυχή, όπως έψαλε ο Δαβίδ. Θα μπορούσαν ίσως να πουν κάτι και οι δικοί σου ποιητές, προσθέτοντας στα δικά μου πάθη τα εξής, ο Όμηρος μεν ότι: αναμειγνύοντας ο Δίας από τους δύο πίθους κέρασε τη ζωή μου· ο δε Ησίοδος: πλάθοντάς μας από τη μεσαία γενιά, ότι θα αναμειχθούν τα καλά με τα κακά. Όταν λοιπόν αναλογιστώ τη δεκακυμία των πειρασμών, διότι δεν θα την έλεγα απλώς τρικυμία, απελπίζομαι για τη σωτηρία και την ανάδυσή μου· όταν όμως αποβλέψω προς τον κυβερνήτη που κατευθύνει πάνσοφα το σκάφος μου, ξεπερνώ και την απελπισία και τον κλύδωνα. Για παράδειγμα, αυτά που μου συμβαίνουν τώρα στο χωρίο των Εκκλησιών, ποιο από τα αλλεπάλληλα κύματα δεν ξεπερνούν; Δεν έχουμε διαφύγει ακόμη από τον προηγούμενο ύφαλο, τον ευνούχο εννοώ, που εσύ θα τον αποκαλούσες Σκύλλα ή Χάρυβδη έχοντας μελετήσει τα ποιήματα πιο πρόσφατα, και ένας τυφωνικός άνεμος που ονομάζεται ευροκλύδων φύσηξε εναντίον μας, όπως λέει ο δικός μου ποιητής Λουκάς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες