δʹ. Ὅρα, τὸ εὐχαριστῆσαι αὐτὸν ἐπὶ τοῖς γεγενημένοις οὐ μόνον αὐτοὺς ἐπέῤῥωσεν, ἀλλὰ καὶ εὐθύμους ποιεῖ. Ἦμεν δὲ, φησὶ, πᾶσαι αἱ ψυχαὶ ἐν τῷ πλοίῳ διακόσιαι ἑβδομηκονταέξ. Περὶ τούτων ἔλεγεν· Ἀποβολὴ ψυχῆς οὐδεμία ἔσται ἐξ ὑμῶν. Τοῦτο πεπληροφορημένης ψυχῆς, τὸ εἰπεῖν, ὅτι σωθήσονται. Κορεσθέντες δὲ τῆς τροφῆς ἐκούφιζον τὸ πλοῖον ἐκβαλλόμενοι τὸν σῖτον. Ὁρᾷς; πρὸς τὸ λαβεῖν τροφὴν πείθονται μόνον· ἀλλ᾽ οὕτω λοιπὸν τὸ πᾶν ἔῤῥιψαν ἐπὶ τὸν Παῦλον, ὡς καὶ τὸν σῖτον ἐκβαλεῖν. Ὅρα αὐτοὺς καὶ τὰ ἀνθρώπινα ποιοῦντας, καὶ οὐ κωλύοντα τὸν Παῦλον.
Μετάφραση
δʹ. Πρόσεξε ότι το να ευχαριστήσει για όσα είχαν συμβεί, όχι μόνο τους ενδυνάμωσε, αλλά και τους γεμίζει θάρρος. «Ήμασταν δε», λέει, «όλες οι ψυχές μέσα στο πλοίο διακόσιες εβδομήντα έξι». Γι' αυτούς έλεγε: «Καμία απώλεια ψυχής δεν θα υπάρξει ανάμεσά σας». Το να πει ότι θα σωθούν, είναι γνώρισμα ψυχής που έχει πλήρη βεβαιότητα. «Και αφού χόρτασαν από την τροφή, ελάφρωναν το πλοίο πετώντας το σιτάρι». Βλέπεις; Δεν πείθονται μόνο στο να λάβουν τροφή, αλλά εναπέθεσαν πλέον τα πάντα στον Παύλο, σε τέτοιο βαθμό ώστε να πετάξουν ακόμη και το σιτάρι. Δες τους να πράττουν και τα ανθρώπινα, και τον Παύλο να μην τους εμποδίζει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες