Ὡς δὲ τεσσαρεσκαιδεκάτη νὺξ ἐγένετο, διαφερομένων ἡμῶν ἐν τῷ Ἀδρίᾳ κατὰ μέσον τῆς νυκτὸς, ὑπενόουν οἱ ναῦται προσάγειν τινὰ αὐτοῖς χώραν· καὶ βολίσαντες, εὗρον ὀργυιὰς κʹ· βραχὺ δὲ διαστήσαντες καὶ πάλιν βολίσαντες, εὗρον ὀργυιὰς ιεʹ· φοβούμενοί τε μή πως εἰς τραχεῖς τόπους ἐκπέσωμεν, ἐκ πρύμνης ῥίψαντες ἀγκύρας τέσσαρας, εὔχοντο ἡμέραν γενέσθαι.
Μετάφραση
Όταν δε έφθασε η δέκατη τέταρτη νύχτα, ενώ παρασυρόμασταν στην Αδριατική, περί το μέσον της νυκτός οι ναύτες υποψιάστηκαν ότι πλησίαζαν σε κάποια στεριά. Ρίχνοντας τη βολίδα, βρήκαν βάθος είκοσι οργιές· αφού δε προχώρησαν λίγο και έριξαν πάλι τη βολίδα, βρήκαν δεκαπέντε οργιές. Φοβούμενοι τότε μήπως τυχόν προσκρούσουμε σε βραχώδεις τόπους, έριξαν τέσσερις άγκυρες από την πρύμνη και εύχονταν να ξημερώσει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες