Φιλανθρώπως τε ὁ Ἰούλιος τῷ Παύλῳ χρησάμενος, ἐπέτρεψε πρὸς τοὺς φίλους πορευθέντα ἐπιμελείας τυχεῖν. Κἀκεῖθεν ἀναχθέντες ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κύπρον διὰ τὸ τοὺς ἀνέμους εἶναι ἐναντίους. Ἐπέτρεψε, φησὶ, Ἰούλιος, φιλανθρώπως τῷ Παύλῳ χρησάμενος. Καλῶς ποιῶν τοῦτο ἐπιτρέπει, ὥστε ἐπιμελείας τυχεῖν ἀπελθόντα παρὰ τοὺς γνωρίμους· εἰκὸς γὰρ ἦν αὐτὸν ἀπὸ πολλῆς κακώσεως εἶναι τῶν δεσμῶν, τοῦ φόβου, τοῦ ἄγεσθαι καὶ φέρεσθαι. Ὅρα πῶς οὐδὲ τοῦτο κρύπτει, ὅτι ἐβούλετο ἐπιμελείας τυχεῖν. Πάλιν πειρασμοὶ, πάλιν ἄνεμοι ἐναντίοι. Ὅρα διὰ πάντων οὕτω τὸν βίον τῶν ἁγίων ὑφαινόμενον· ἐξέφυγον τὸ δικαστήριον, καὶ περιπίπτουσι ναυαγίῳ καὶ χειμῶνι· ὃ καὶ δηλῶν, ἐπάγει· Τό τε πέλαγος τὸ κατὰ τὴν Κιλικίαν καὶ Παμφυλίαν διαπλεύσαντες, κατήλθομεν εἰς Μύρα τῆς Λυκίας. Κἀκεῖ εὑρὼν ὁ ἑκατόνταρχος πλοῖον Ἀλεξανδρῖνον πλέον εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἀνεβίβασεν ἡμᾶς εἰς αὐτό. Εὑρὼν πλοῖον, φησὶν, Ἀλεξανδρῖνον. Εἰκότως εὑρίσκεται, ὥστε κἀκείνους ἀπαγγεῖλαι εἰς τὴν Ἀσίαν τὰ κατὰ τὸν Παῦλον καὶ τούτους εἰς τὴν Λυκίαν. Ὅρα τὸν Θεὸν οὐδὲν καινίζοντα οὐδὲ μεταβάλλοντα, ἀλλὰ ἀφιέντα αὐτὸν εἰς τοὺς ἀνέμους τοὺς ἀνεπιτηδείους πλεῖν. Ἀλλὰ καὶ οὕτω θαῦμα ἐργάζεται.
Μετάφραση
Και ο Ιούλιος, συμπεριφερόμενος φιλάνθρωπα προς τον Παύλο, του επέτρεψε να πάει στους φίλους του για να τύχει περιποιήσεως. Και αφού αποπλεύσαμε από εκεί, πλεύσαμε υπό την σκέπη της Κύπρου, επειδή οι άνεμοι ήταν ενάντιοι. Επέτρεψε, λέγει, ο Ιούλιος, συμπεριφερόμενος φιλάνθρωπα προς τον Παύλο. Πολύ ορθά έπραξε και του το επέτρεψε αυτό, ώστε πηγαίνοντας στους γνωστούς του να τύχει περιποιήσεως· διότι ήταν φυσικό να έχει υποστεί μεγάλη κακουχία από τα δεσμά, από τον φόβο, και από το να άγεται και να φέρεται. Πρόσεξε πώς δεν αποκρύπτει ούτε αυτό το γεγονός, ότι δηλαδή επιθυμούσε να τύχει περιποιήσεως. Πάλι δοκιμασίες, πάλι άνεμοι ενάντιοι. Πρόσεξε πώς διαμέσου όλων αυτών υφαίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο ο βίος των αγίων· ξέφυγαν από το δικαστήριο, και περιπίπτουν σε ναυάγιο και τρικυμία. Και δηλώνοντας ακριβώς αυτό, προσθέτει: «Και αφού διαπλεύσαμε το πέλαγος της Κιλικίας και της Παμφυλίας, φθάσαμε στα Μύρα της Λυκίας. Και εκεί, αφού βρήκε ο εκατόνταρχος ένα αλεξανδρινό πλοίο που έπλεε για την Ιταλία, μας επιβίβασε σε αυτό». Αφού βρήκε πλοίο, λέγει, αλεξανδρινό. Και ευλόγως βρίσκεται το πλοίο αυτό, ώστε και εκείνοι να αναγγείλουν στην Ασία τα όσα αφορούσαν τον Παύλο, και τούτοι στη Λυκία. Πρόσεξε ότι ο Θεός δεν καινοτομεί, ούτε μεταβάλλει τη φυσική τάξη, αλλά τον αφήνει να πλέει μέσα σε δυσμενείς ανέμους. Αλλά ακόμη και έτσι, επιτελεί θαύμα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες