Ὥστε ἄξιος ἦν τοῦ παθεῖν καλῶς· διὸ καὶ ἀμοιβὴν αὐτῷ ἀποδιδοὺς τῆς ἀποδοχῆς ἰάσατο αὐτόν. Τούτου δὲ γενομένου, καὶ οἱ λοιποὶ οἱ ἔχοντες ἀσθενεῖς ἐν τῇ νήσῳ, προσήρχοντο καὶ ἐθεραπεύοντο· οἳ καὶ πολλαῖς τιμαῖς ἐτίμησαν ἡμᾶς, καὶ ἀναγομένοις ἐπέθεντο τὰ πρὸς τὴν χρείαν· τουτέστι, καὶ ἡμῖν ἔδωκαν ἀναγομένοις τὰ πρὸς τὴν χρείαν καὶ τοῖς ἄλλοις. Ὅρα αὐτοὺς οὐδὲ τοῦ χειμῶνος ἀπαλλαγέντας μένοντας ἀτημελήτους, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποδοχὴν φιλότιμον γενομένην δι᾽ αὐτόν· τρεῖς γὰρ μῆνας ἦσαν ἐκεῖ τρεφόμενοι πάντες. Καὶ ὅτι τοσοῦτον χρόνον ἐποίησαν, ἄκουε πῶς τοῦτο ἑρμηνεύων ἐπάγει· Μετὰ δὲ τρεῖς μῆνας ἀνήχθημεν ἐν πλοίῳ παρακεχειμακότι ἐν τῇ νήσῳ Ἀλεξανδρίνῳ, παρασήμῳ Διοσκούροις. Καὶ καταχθέντες εἰς Συρακούσας, ἐπεμείναμεν ἡμέρας τρεῖς. Ὅθεν περιελθόντες κατηντήσαμεν εἰς Ῥήγιον· καὶ μετὰ μίαν ἡμέραν ἐπιγενομένου νότου, δευτεραῖοι ἤλθομεν εἰς Ποτιόλους· οὗ εὑρόντες ἀδελφοὺς, παρεκλήθημεν ἐπ᾽ αὐτοῖς ἐπιμεῖναι ἡμέρας ἑπτά· καὶ οὕτως εἰς τὴν Ῥώμην ἤλθομεν. Κἀκεῖθεν οἱ ἀδελφοὶ ἀκούσαντες τὰ περὶ ἡμῶν, ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν ἡμῖν, ἄχρις Ἀππίου φόρου, καὶ Τριῶν ταβερνῶν. Οὓς ἰδὼν ὁ Παῦλος, εὐχαριστήσας τῷ Θεῷ, ἔλαβε θάρσος. Ὅρα διὰ Παῦλον πάντα γινόμενα ταῦτα, ὥστε πιστεῦσαι τοὺς δεσμώτας, τοὺς στρατιώτας, τὸν ἑκατόνταρχον.
Μετάφραση
Ώστε ήταν άξιος να ευεργετηθεί· γι' αυτό, ανταποδίδοντάς του τη φιλοξενία, τον θεράπευσε. Όταν δε έγινε αυτό, και οι υπόλοιποι που είχαν ασθενείς στο νησί προσέρχονταν και θεραπεύονταν· οι οποίοι και με πολλές τιμές μας τίμησαν, και κατά την αναχώρησή μας μάς εφοδίασαν με τα αναγκαία· δηλαδή, έδωσαν τα αναγκαία και σε εμάς κατά τον απόπλου, αλλά και στους άλλους. Δες ότι δεν έμειναν αβοήθητοι ούτε όταν απαλλάχθηκαν από τον χειμώνα, αλλά και η φιλοξενία υπήρξε πλουσιοπάροχη εξαιτίας του· διότι επί τρεις μήνες βρίσκονταν εκεί και τρέφονταν όλοι. Και για το ότι παρέμειναν τόσο πολύ χρόνο, άκου πώς το ερμηνεύει προσθέτοντας: «Μετά δε από τρεις μήνες αποπλεύσαμε με αλεξανδρινό πλοίο, το οποίο είχε παραχειμάσει στο νησί και είχε ως έμβλημα τους Διοσκούρους. Και αφού καταπλεύσαμε στις Συρακούσες, παραμείναμε τρεις ημέρες. Από εκεί, περιπλέοντας, καταλήξαμε στο Ρήγιο· και μετά από μία ημέρα, επειδή φύσηξε νότιος άνεμος, φτάσαμε τη δεύτερη ημέρα στους Ποτιόλους, όπου βρήκαμε αδελφούς και παρακληθήκαμε να μείνουμε κοντά τους επτά ημέρες· και έτσι φτάσαμε στη Ρώμη. Και από εκεί, οι αδελφοί, ακούγοντας τα σχετικά με εμάς, βγήκαν να μας προϋπαντήσουν μέχρι το Αππίου Φόρον και τις Τρεις Ταβέρνες. Όταν τους είδε ο Παύλος, ευχαρίστησε τον Θεό και πήρε θάρρος». Δες ότι όλα αυτά γίνονταν εξαιτίας του Παύλου, προκειμένου να πιστέψουν οι φυλακισμένοι, οι στρατιώτες και ο εκατόνταρχος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες